Θανατηφόρο εργατικό ατύχημα σε δημόσιο έργο: Ο καταμερισμός ευθύνης μεταξύ εργολάβων και υπεργολάβων, η απαλλαγή λόγω ΙΚΑ, η συνυπαιτιότητα και η ρήτρα διαιτησίας.
Άρθρα: 1 Ν. 551/1915, 34 παρ. 2 ΑΝ 1846/1951, 914, 922, 932, 300 ΑΚ, 867 επ. ΚΠολΔ, Ν. 1396/1983, Π.Δ. 17/1996, 305/1996 και 1073/1981
Η παρούσα απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσπρωτίας αφορά μια εξαιρετικά σύνθετη υπόθεση θανατηφόρου Εργατικόύ ατυχήματος κατά την εκτέλεση δημόσιου έργου ηλεκτροφωτισμού. Η απόφαση αποτελεί έναν πλήρη νομικό οδηγό ως προς την αλυσίδα ευθύνης στα τεχνικά έργα, τη λειτουργία της απαλλαγής του εργοδότη λόγω ασφάλισης του παθόντος στο ΙΚΑ, αλλά και τη δικονομική ισχύ των ρητρών διαιτησίας στις ασφαλιστικές συμβάσεις.
Η απαλλαγή του εργοδότη από υλικές ζημίες λόγω ασφάλισης στο ΙΚΑ ένα από τα πρώτα ζητήματα που έκρινε το Δικαστήριο αφορούσε τη νομιμότητα των αγωγικών αξιώσεων για υλικές ζημίες (στέρηση διατροφής γονέων και έξοδα κηδείας). Το Δικαστήριο, εφαρμόζοντας τη νομοθεσία περί κοινωνικών ασφαλίσεων, έκρινε ότι εφόσον ο θανών εργάτης υπαγόταν και ήταν ασφαλισμένος στο ΙΚΑ, ο εργοδότης και οι προστηθέντες του απαλλάσσονται πλήρως από την υποχρέωση καταβολής αποζημίωσης για περιουσιακή ζημία, εκτός εάν το ατύχημα οφείλεται σε δόλο. Συνεπώς, εφόσον εν προκειμένω υπήρξε μόνο αμέλεια, οι συγγενείς του θύματος διατηρούν αξιώσεις κατά των υπευθύνων αποκλειστικά και μόνο για τη χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής τους οδύνης.
Ο καταμερισμός ευθύνης: Γιατί καταδικάστηκαν Εργολάβος και Υπεργολάβοι: Το ατύχημα (θανατηφόρα ηλεκτροπληξία) επήλθε όταν ο μεταλλικός ιστός φωτισμού που ανυψωνόταν με μηχάνημα έργου ήρθε σε επαφή με ηλεκτροφόρα καλώδια της ΔΕΗ, ενώ ο θανών τον συγκρατούσε με τα χέρια του. Το Δικαστήριο αναγνώρισε την «εις ολόκληρον» και αλληλέγγυα ευθύνη τριών εκ των εναγομένων, εντοπίζοντας σοβαρότατες παραλείψεις στα μέτρα ασφαλείας:
Η Ανάδοχος - Εργολάβος του έργου (1η εναγόμενη): Καταδικάστηκε διότι παρέλειψε να ορίσει συντονιστή ασφαλείας και υγείας, δεν υπέβαλε εκ των προτέρων γνωστοποίηση στο Σώμα Επιθεώρησης Εργασίας και δεν τηρούσε ημερολόγιο μέτρων ασφαλείας, κατά παράβαση της αυστηρής νομοθεσίας για τα τεχνικά έργα.
Η Υπεργολάβος εταιρεία (2η εναγόμενη) και ο Υπο-υπεργολάβος / άμεσος εργοδότης (3ος εναγόμενος): Καταδικάστηκαν διότι δεν είχαν ορίσει «Τεχνικό Ασφαλείας» και στερούνταν παντελώς γραπτής εκτίμησης επαγγελματικού κινδύνου. Επιπλέον, ο άμεσος εργοδότης βρισκόταν στο σημείο αλλά δεν επιτηρούσε την επικίνδυνη διαδικασία ανύψωσης πλησίον καλωδίων 20.000 volt, ώστε να διακόψει τις εργασίες ή να ζητήσει διακοπή ρεύματος από τη ΔΕΗ.
Απαλλαγή του χειριστή του μηχανήματος (4ος εναγόμενος): Αντιθέτως, το Δικαστήριο απάλλαξε πλήρως τον χειριστή του γερανοφόρου μηχανήματος, κρίνοντας ότι βρισκόταν εντός κλειστού στεγασμένου κουβουκλίου, είχε ορατότητα μόνο περιμετρικά και δεν μπορούσε εκ των πραγμάτων να ελέγξει τον εναέριο χώρο και την απόσταση του ιστού από τα καλώδια.
Η αναγνώριση συντρέχοντος πταίσματος του θανόντος (Άρθρο 300 ΑΚ): Παρά τη βαρύτατη ευθύνη των εργοληπτών, το Δικαστήριο έκανε δεκτή την ένσταση συνυπαιτιότητας (συντρέχοντος πταίσματος) που προέβαλαν οι εναγόμενοι εις βάρος του θανόντος εργάτη. Κρίθηκε ότι τα ηλεκτροφόρα καλώδια ήταν απολύτως ορατά και το ύψος του ιστού (9,80 μ.) προφανώς ξεπερνούσε το ύψος των καλωδίων (7,50 μ.). Ο παθών, γνωρίζοντας τον κίνδυνο του ρεύματος, όφειλε να έχει ελέγξει τον χώρο και κυρίως να έχει απομακρύνει τα γυμνά χέρια του από τον μεταλλικό ιστό κατά την ανύψωσή του, συμβάλλοντας έτσι με δική του αμέλεια στην επέλευση της ηλεκτροπληξίας. Η παραδοχή αυτή λήφθηκε υπόψη για τον τελικό καθορισμό του ύψους της αποζημίωσης.
Επιδίκαση υψηλών ποσών Ψυχικής Οδύνης και Προσωρινή Εκτελεστότητα: Λαμβάνοντας υπόψη τις ανωτέρω παραδοχές, το Δικαστήριο επιδίκασε σημαντικά ποσά ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης: 100.000 ευρώ για καθέναν από τους γονείς του θύματος και 60.000 ευρώ για καθέναν από τους παππούδες του. Τα ποσά αυτά επιδικάστηκαν με τον νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής. Παράλληλα, το Δικαστήριο κήρυξε την απόφαση προσωρινά εκτελεστή για το ήμισυ ακριβώς του κεφαλαίου (50.000 € και 30.000 € αντίστοιχα), παρέχοντας τη δυνατότητα άμεσης αναγκαστικής εκτέλεσης πριν την έκδοση τελεσίδικης απόφασης.
Παρεμπίπτουσα αγωγή και Ρήτρα Διαιτησίας σε ασφαλιστήριο συμβόλαιο: Ένα εξαιρετικά ενδιαφέρον δικονομικό ζήτημα ανέκυψε με την παρεμπίπτουσα αγωγή που άσκησε η εργολάβος εταιρεία κατά της ασφαλιστικής της εταιρείας. Η ασφαλιστική εταιρεία προέβαλε ένσταση έλλειψης δικαιοδοσίας των πολιτικών δικαστηρίων, επικαλούμενη «ρήτρα διαιτησίας» που υπήρχε στο ασφαλιστήριο συμβόλαιο. Το Δικαστήριο έκανε δεκτή την ένσταση (κατ’ άρθρο 867 ΚΠολΔ), κρίνοντας τον όρο απολύτως έγκυρο, καθώς προέβλεπε ότι κάθε διαφωνία ως προς το ύψος του καταβλητέου ασφαλίσματος (εφόσον δεν αμφισβητείται η ίδια η κάλυψη) υπάγεται υποχρεωτικά στην κρίση διαιτητή. Κατά συνέπεια, το Δικαστήριο παρέπεμψε τη διαφορά μεταξύ εργολάβου και ασφαλιστικής εταιρείας σε διαιτησία.
ΥΠΟΘΕΣΗ ΤΟΥ ΓΡΑΦΕΙΟΥ ΜΑΣ
ΑΡΙΘΜΟΣ ΦΑΚΕΛΟΥ 2739
Δικαστική διεκδίκηση αποζημίωσης: Επιδίκαση υψηλών χρηματικών ποσών, “εις ολόκληρον” ευθύνη εναγομένων και η δικονομική αξία της προσωρινής εκτελεστότητας
Άρθρα: 914, 926, 932 ΑΚ, 176, 178, 179, 907 και 908 ΚΠολΔ
Η παρούσα απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσπρωτίας αφορά αγωγή αποζημίωσης, η οποία συνεκδικάστηκε με προσεπίκληση κατά την ειδική διαδικασία. Η εν λόγω δικαστική κρίση επιλύει σημαντικά ζητήματα καταμερισμού της ευθύνης, ενώ παράλληλα διακρίνεται τόσο για τα ιδιαίτερα υψηλά ποσά που επιδικάστηκαν στους ενάγοντες, όσο και για την κήρυξη της απόφασης ως μερικώς προσωρινά εκτελεστής, διασφαλίζοντας την άμεση ικανοποίηση των παθόντων.
Μερική αποδοχή της αγωγής και “εις ολόκληρον” ευθύνη των εναγομένων: Αξιολογώντας το αποδεικτικό υλικό, το Δικαστήριο έκανε εν μέρει δεκτή την αγωγή ως προς τους τρεις πρώτους εναγόμενους, αναγνωρίζοντας την ευθύνη τους για την πρόκληση της ζημίας. Ιδιαίτερης νομικής και πρακτικής σημασίας είναι η απόφαση του Δικαστηρίου να υποχρεώσει τους εν λόγω τρεις εναγόμενους να καταβάλουν τα επιδικασθέντα ποσά «εις ολόκληρον» ο καθένας. Η αναγνώριση της εις ολόκληρον ενοχής θωρακίζει τους ενάγοντες, παρέχοντάς τους το δικαίωμα να στραφούν κατά οποιουδήποτε εκ των συνοφειλετών (π.χ. κατά της ασφαλιστικής εταιρείας) για την είσπραξη του συνολικού ποσού της αποζημίωσης.
Επιδίκαση υψηλών ποσών αποζημίωσης με την επιβάρυνση νομίμου τόκου: Η απόφαση ξεχωρίζει για το ύψος της επιδικασθείσας αποζημίωσης, η οποία αντανακλά τη σοβαρότητα της υποκείμενης υπόθεσης. Συγκεκριμένα, το Δικαστήριο επιδίκασε το ποσό των 100.000 ευρώ σε καθέναν από τους δύο πρώτους ενάγοντες, καθώς και το ποσό των 60.000 ευρώ σε καθέναν από τους τρίτο και τέταρτη των εναγόντων. Επιπρόσθετα, ορίστηκε ότι για το σύνολο των παραπάνω ποσών οφείλεται νόμιμος τόκος, ο οποίος υπολογίζεται αναδρομικά από την επομένη της επίδοσης της αγωγής, γεγονός που προσαυξάνει σημαντικά το τελικό εισπρακτέο κεφάλαιο.
Προστασία των εναγόντων μέσω της Προσωρινής Εκτελεστότητας: Προς άμεση προστασία των δικαιωμάτων των εναγόντων πριν καν η απόφαση καταστεί τελεσίδικη στο Εφετείο, το Δικαστήριο έκανε δεκτό το σχετικό δικονομικό αίτημα περί προσωρινής εκτελεστότητας για το ήμισυ περίπου του κεφαλαίου. Ειδικότερα, η απόφαση κηρύχθηκε προσωρινά εκτελεστή για το ποσό των 50.000 ευρώ (για τους δύο πρώτους ενάγοντες) και των 30.000 ευρώ (για τους λοιπούς δύο). Η κρίσιμη αυτή διάταξη επιτρέπει στους δικαιωθέντες διαδίκους να εκκινήσουν άμεσα τις διαδικασίες αναγκαστικής εκτέλεσης (όπως κατασχέσεις τραπεζικών λογαριασμών) για την ταχεία είσπραξη των εν λόγω χρημάτων.
Συμψηφισμός Δικαστικής Δαπάνης: Τέλος, εξετάζοντας τον καταμερισμό των εξόδων της δίκης, το Δικαστήριο προέβη σε συμψηφισμό της δικαστικής δαπάνης μεταξύ των εναγόντων και ενός εκ των εναγομένων. Η κρίση αυτή στηρίζεται στις σχετικές δικονομικές διατάξεις (περί εύλογης αμφιβολίας ή μερικής νίκης και ήττας), επιτρέποντας την αμοιβαία απόσβεση εξόδων ως προς τα συγκεκριμένα διάδικα μέρη.
Υπόθεση του γραφείου μας