Η ΑΝΑΙΡΕΣΗ ΤΗΣ ΠΟΙΝΙΚΗΣ ΚΑΤΗΓΟΡΙΑΣ ΣΕ ΥΠΟΘΕΣΕΙΣ ΨΗΦΙΑΚΩΝ ΤΥΧΑΙΩΝ ΕΥΡΗΜΑΤΩΝ: Η ΑΠΟΔΕΙΚΤΙΚΗ ΑΝΕΠΑΡΚΕΙΑ ΤΗΣ «ΚΑΤΟΧΗΣ» ΣΕ ΚΟΙΝΟΧΡΗΣΤΑ ΑΠΟΘΗΚΕΥΤΙΚΑ ΜΕΣΑ ΚΑΙ Η ΕΦΑΡΜΟΓΗ ΤΗΣ ΑΡΧΗΣ IN DUBIO PRO REO
348Α του Ποινικού Κώδικα, 177, 178, 259, 308 επ. και 309 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, οι συνταγματικές αρχές της αναλογικότητας (άρθρο 25 παρ. 1) και του τεκμηρίου αθωότητας (άρθρο 7 παρ. 1), καθώς και η νομολογία της Ολομέλειας του Αρείου Πάγου (υπ’ αριθ. 9/2001).
Στα πλαίσια προκαταρκτικής έρευνας που διενεργήθηκε για την εξάρθρωση κυκλώματος παράνομου στοιχιματισμού, διαπιστώθηκε ως τυχαίο εύρημα η ύπαρξη αρχείων σε ψηφιακό μέσο αποθήκευσης (NAS) ιδιοκτησίας του κατηγορουμένου εντολέα μας, εν ενεργεία εκπαιδευτικού, πατέρα και συζύγου, με λευκό ποινικό μητρώο, κατοίκου εκτός Ηπείρου, γεγονός που οδήγησε στην άσκηση ποινικής δίωξης για το κακούργημα της κατοχής υλικού παιδικής πορνογραφίας.
Η υπόθεση παρουσιάζει ιδιαίτερο νομικό ενδιαφέρον, καθώς η αξιοποίηση των τυχαίων ευρημάτων – αποδεικτικών στοιχείων που περιέρχονται σε γνώση των αρχών ενώ διεξάγουν έρευνα για άλλο αδίκημα – κατέστησε αναγκαία την έκδοση ενδιάμεσου βουλεύματος, το οποίο έκρινε τη νομιμότητα της επέκτασης της έρευνας σε πεδία άσχετα με το αρχικώς ερευνώμενο αδίκημα, διασφαλίζοντας τα δικονομικά δικαιώματα του κατηγορουμένου και αποτρέποντας πρακτικές «αλιευτικών ερευνών» (fishing expeditions).
Κατά την ανάκριση, υποβάλλαμε τον ισχυρισμό ότι εξαρχής η συσκευή λειτουργούσε επί σειρά ετών ως κοινόχρηστος αποθηκευτικός χώρος για την υποβολή εργασιών από τους μαθητές του, γεγονός που καθιστούσε το μέσο προσβάσιμο σε πολλαπλούς χρήστες, αποκλείοντας την αποκλειστική φυσική εξουσίαση του περιεχομένου. Προς επιβεβαίωση των ισχυρισμών αυτών, διατάχθηκε συμπληρωματική πραγματογνωμοσύνη, η οποία εστίασε στην ανάλυση των ψηφιακών ιχνών (logs) πρόσβασης, στη χρονολόγηση των αρχείων και στη διερεύνηση της συνολικής ψηφιακής συμπεριφοράς του κατηγορουμένου.
Η πραγματογνωμοσύνη επιβεβαίωσε ότι τα επίμαχα αρχεία είχαν εντοπισθεί μέσω αλγορίθμων τεχνητής νοημοσύνης, παρέμεναν απροσπέλαστα για διάστημα άνω της δεκαετίας, ενώ στο σύνολο των λοιπών ψηφιακών μέσων του κατηγορουμένου δεν εντοπίσθηκε κανένα άλλο παρόμοιο αρχείο, γεγονός που κατέρριψε το σενάριο της συστηματικής κατοχής.
Η αρμόδια Εισαγγελέας Πρωτοδικών, μετά το πέρας της ανάκρισης και συντάσσοντας την πρότασή της προς το δικαστικό συμβούλιο αξιολογώντας τα αποτελέσματα, δέχθηκε πλήρως τις αιτιάσεις της υπεράσπισης, κρίνοντας ότι η κατηγορούσα αρχή απέτυχε να αποδείξει την κατηγορία πέραν πάσης αμφιβολίας, καθώς η απλή δυνατότητα πρόσβασης σε έναν κοινόχρηστο ψηφιακό χώρο δεν ταυτίζεται με την ποινική έννοια της κατοχής, ενώ η απουσία δόλου και η αποδεικτική ανεπάρκεια καθιστούν την παραπομπή νομικά έωλη.
Στο πλαίσιο αυτό, η εισαγγελική πρόταση αναδεικνύει την αρχή της αμφιβολίας (in dubio pro reo), υπενθυμίζοντας, σύμφωνα και με την Ολομέλεια του Αρείου Πάγου (υπ’ αριθ. 9/2001), ότι οι ενδείξεις ενοχής δεν θεωρούνται σοβαρές ώστε να δικαιολογούν την παραπομπή ενός κατηγορουμένου στο Μεικτό Ορκωτό Δικαστήριο Κακουργημάτων όταν κλονίζονται από αποδεικτικά στοιχεία που οδηγούν στην απαλλαγή.
Η υπόθεση αναδεικνύει κρίσιμα ζητήματα σχετικά με την αξιοπιστία των αυτοματοποιημένων μεθόδων ανίχνευσης (AI) ως μοναδικού αποδεικτικού μέσου, την αρχή της αναλογικότητας κατά την κατάσχεση δεδομένων τρίτων προσώπων και την ανάγκη αυστηρής οριοθέτησης των τυχαίων ευρημάτων, προτείνοντας τελικά την απαλλαγή του κατηγορουμένου και την άρση των περιοριστικών όρων, αποκαθιστώντας το τεκμήριο αθωότητας ως θεμελιώδη πυλώνα της ποινικής δίκης.
Η εισαγγελική πρόταση αποτελεί υπόδειγμα νομικής επιχειρηματολογίας σε υποθέσεις ψηφιακού εγκλήματος, αναδεικνύοντας τη σύγκρουση μεταξύ τεχνικών αποδεικτικών μέσων και θεμελιωδών αρχών του ποινικού δικαίου, όπως το τεκμήριο αθωότητας και η υποκειμενική υπόσταση. Κεντρικό ζήτημα αποτελεί η ερμηνεία της «κατοχής» στο ψηφιακό περιβάλλον, όπου η απλή ιδιοκτησία ενός κοινόχρηστου αποθηκευτικού μέσου δεν ταυτίζεται με την ποινική έννοια της φυσικής εξουσίασης, καθώς η δυνατότητα πρόσβασης τρίτων αποκλείει την απόδοση ευθύνης στον κατηγορούμενο. Παράλληλα, υπογραμμίζεται η ανάγκη στοιχειοθέτησης άμεσου δόλου για το αδίκημα της κατοχής υλικού παιδικής πορνογραφίας, κρίνοντας ότι η νόμιμη χρήση του μέσου για εκπαιδευτικούς σκοπούς, σε συνδυασμό με την απουσία αποδείξεων για ενεργή αναζήτηση ή αποθήκευση του παράνομου υλικού από τον ίδιο, καταρρίπτει την κατηγορία, οδηγώντας στο συμπέρασμα ότι η κατηγορούσα αρχή απέτυχε να αποδείξει την ενοχή πέραν πάσης αμφιβολίας.
Κατά πλήρη αποδοχή των υπερασπιστών ισχυρισμών, η εισαγγελική πρόταση δέχθηκε, ότι σε κανέναν άλλο (στους λοιπούς 9) ψηφιακό δίσκο (που δεν χρησιμοποιούσε στο σχολείο) ανευρέθηκε παρόμοιο υλικό, ότι το antivirus ήταν σε θέση να ενεργοποιήσει την χρονολογία προσπέλασης χωρίς το αρχείο να έχει ανοιχθεί, ότι κατά συνέπεια ένα αρχείο που επί 12 χρόνια δεν έχει προσπελασθεί, πιθανά δεν βρίσκεται σε γνώση του κατόχου του για την ύπαρξή του, ότι δεν υπήρξε ανάλογη πληροφορία της δίωξης ηλεκτρονικού εγκλήματος για διακίνηση του κατηγορουμένου πορνογραφικού υλικού, η εύρεση του οποίου διαπιστώθηκε εντελώς τυχαία, ότι η εισαγγελική αρχή οφείλει να αποδείξει την κατηγορία και όχι ο κατηγορούμενος την ενοχή του.
Υπόθεση του γραφείου μας
Αριθμός φακέλου 5942
Σημείωση: Τα ονόματα των διαδίκων και συγκεκριμένες λεπτομέρειες που θα μπορούσαν να οδηγήσουν σε ταυτοποίηση έχουν αφαιρεθεί, σύμφωνα με τις αρχές προστασίας προσωπικών δεδομένων και την πάγια πρακτική του γραφείου μας για δημοσιεύσεις.