ΑΓΩΓΗ ΑΚΥΡΩΣΗΣ ΕΠΑΧΘΟΥΣ ΔΙΚΑΙΟΠΡΑΞΙΑΣ – ΣΥΜΒΑΣΗΣ ΠΩΛΗΣΗΣ- ΔΙΑΚΡΙΣΗ ΑΚΥΡΟΤΗΤΑΣ ΛΟΓΩ ΕΛΛΕΙΨΗΣ ΣΥΝΕΙΔΗΣΗΣ ΚΑΙ ΑΚΥΡΟΤΗΤΑΣ ΛΟΓΩ ΑΝΤΙΘΕΣΗΣ ΣΤΑ ΧΡΗΣΤΑ ΗΘΗ – ΕΝΝΟΙΑ ΑΙΣΧΡΟΚΕΡΔΟΥΣ Ή ΚΑΤΑΠΛΕΟΝΕΚΤΙΚΗΣ ΔΙΚΑΙΟΠΡΑΞΙΑΣ – ΑΣΚΗΣΗ ΑΓΩΓΗΣ ΑΠΟ ΚΛΗΡΟΝΟΜΟΥΣ – ΜΗ ΑΠΟΔΕΙΞΗ ΑΙΣΧΡΟΚΕΡΔΟΥΣ Ή ΚΑΤΑΠΛΕΟΝΕΚΤΙΚΗΣ ΔΙΚΑΙΟΠΡΑΞΙΑΣ.
(άρθρα 131,178,179 και 180 ΑΚ)
Αγωγή ακύρωση επαχθούς δικαιοπραξίας - σύμβασης πώλησης βάσει των άρθρων 131, 178, 179 και 180 ΑΚ.
Άρθρο 131 ΑΚ «Η δήλωση της βούλησης είναι άκυρη αν, κατά το χρόνο που έγινε, το πρόσωπο δεν είχε συνείδηση των πράξεών του ή βρισκόταν σε ψυχική ή διανοητική διαταραχή που περιόριζε αποφασιστικά τη λειτουργία της βούλησης του». Προϋποθέσεις που μπορούν να επικαλεστούν οι κληρονόμοι που επιδιώκουν την ακύρωση της σύμβασης. Κατά την κατάρτιση της δικαιοπραξίας να εκκρεμούσε διαδικασία για την υποβολή του κληρονομούμενου σε δικαστική συμπαράσταση λόγω ψυχικής ή διανοητικής διαταραχής που δεν πρόλαβε να ολοκληρωθεί ή αν μετά την κατάρτιση ο κληρονομούμενος υποβλήθηκε σε δικαστική συμπαράσταση για την παραπάνω αιτία. Διάκριση μεταξύ των περιπτώσεων του άρθρου 131 ΑΚ από εκείνη των άρθρων 178 και 179 ΑΚ. Η αντίθεση στα χρηστά ήθη κρίνεται αντικειμενικά και η τυχόν ύπαρξη νόσου δεν αρκεί, προκειμένου να κριθεί άκυρη η σύμβαση, καθώς η ακυρότητα ρυθμίζεται από το 131 ΑΚ.
Η διάταξη του 179 ΑΚ, ως ειδικότερη εκείνης του 178 ΑΚ. Προϋπόθεση ακυρότητας η επιχειρούμενη δικαιοπραξία να είναι καταδυναστευτική (εδ α΄) και αισχροκερδής ή καταπλεονεκτική (εδ β’). Αισχροκερδής ή καταπλεονεκτική είναι μόνο η επαχθής δικαιοπραξία λόγω της φύσης της (προϋποτίθεται ανταλλαγή παροχών), ενώ καταδυναστευτική μπορεί να είναι και χαριστική δικαιοπραξία. Για να εφαρμοστεί το εδ β’ θα πρέπει να συντρέχουν σωρευτικά: α) να υπάρχει προφανής δυσαναλογία μεταξύ παροχής και αντιπαροχής που αναφέρεται στην αντικειμενικώς εκτιμώμενη οικονομική αξία τους κατά το χρόνο κατάρτισης της δικαιοπραξίας, β) η συνδρομή έστω και μίας εκ των καταστάσεων ανάγκης, κουφότητας ή απειρίας και γ) εκμετάλλευση από τον αντισυμβαλλόμενο μίας ή περισσοτέρων εκ των ανωτέρω καταστάσεων του αντισυμβαλλομένου που ήταν γνωστές σε αυτόν, δηλαδή όταν καταφέρνει με κατάλληλο χειρισμό να επιτύχει προφανώς μειωμένη αντιπαροχή. Συνεπώς, αν ελλείπει μια έστω εκ των προϋποθέσεων του άρθρου 179ΑΚ, τότε η δικαιοπραξία δεν θα είναι άκυρη κατά το άρθρο 179 ΑΚ αλλά μπορεί να κριθεί άκυρη κατά το 178 ΑΚ, ως γενικότερη διάταξη.
Εν προκειμένω, οι ενάγοντες ζητούσαν ως μοναδικοί εκ διαθήκης κληρονόμοι της γιαγιάς τους να ακυρωθεί η μεταβίβαση εξαιτίας πωλήσεως ενός αγροτικού ακινήτου αποκλειστικής κυριότητάς της, δυνάμει αγοραπωλητηρίου συμβολαίου του έτους 2017. Το τίμημα πώλησης ήταν 10.000 ευρώ, η αντικειμενική αξία ήταν 28.000 ευρώ περίπου και η εμπορική αγωγή σύμφωνα με τους ενάγοντες 100.000 ευρώ. Δεν συνέτρεχε η περίπτωση α) του 131 παρ. 2 ΑΚ, καθώς η θέση του προσώπου σε δικαστική συμπαράσταση με απόφαση δικαστηρίου έγινε το έτος 2021, ενώ το συμβόλαιο αγοραπωλησίας και άρα η επαχθής δικαιοπραξία, την οποία προσέβαλαν οι κληρονόμοι έλαβε χώρα το έτος 2017, δηλαδή 4 χρόνια πριν υποβληθεί σε δικαστική συμπαράσταση.
Δεν αποδείχθηκε ότι η δικαιοπραξία ήταν ούτε αισχροκερδής υπό την έννοια της προφανούς δυσαναλογίας παροχής - αντιπαροχής ούτε καταπλεονεκτική. Αποδείχθηκε ότι η αξία του εν λόγω ακινήτου ήταν προφανώς κατώτερη των 100.000 ευρώ.
Τέλος, κατά το άρθρο 178 ΑΚ δεν αποδείχθηκε η ύπαρξη διανοητικής διαταραχής, την οποία να εκμεταλλεύτηκε ο αντισυμβαλλόμενος έτσι ώστε αυτή να μην θεωρείται ανήθικη, με αποτέλεσμα την απόρριψη της αγωγής ως ουσία αβάσιμη.
ΥΠΟΘΕΣΗ ΤΟΥ ΓΡΑΦΕΙΟΥ ΜΑΣ
ΑΡΙΘΜΟΣ ΑΡΧΕΙΟΥ 5318