Ηθική Βλάβη 38.000 ευρώ, Προσβολή Προσωπικότητας, Παράνομη Διαβίβαση Προσωπικών Δεδομένων Από Εισπρακτικές Εταιρίες στον "Τειρεσία"
Προσβολή Προσωπικότητας
Παράνομη Διαβίβαση Προσωπικών Δεδομένων
Η κάτωθι απόφαση του Εφ Ιωαννίνων στην οποία παρασταθήκαμε, δημοσιεύθηκε στο νομικό περιοδικό ΕΠΙΘΕΩΡΗΣΗ ΣΥΓΚΟΙΝΩΝΙΑΚΟΥ ΔΙΚΑΙΟΥ
ΠΕΡΙΛΗΨΗ
-1) Παράνομη και Υπαίτια Συμπεριφορά των Προστηθέντων Υπαλλήλων της Τράπεζας οι οποίοι: α) Διαβίβασαν τα Προσωπικά Δεδομένα των Εναγόντων χωρίς τη συναίνεση τους και παρά την αντίθετη δήλωση τους σε φυσικά και νομικά πρόσωπα και β) Ανήγγειλαν Ανύπαρκτες Απαιτήσεις στα Πληροφοριακά Συστήματα της «ΤΕΙΡΕΣΙΑΣ Α.Ε.» με συνέπεια να καταχωριστούν οι ενάγοντες ως αφερέγγυα πρόσωπα και να πληγεί η αξιοπιστία τους.
-Αδικοπρακτική Ευθύνη της Εναγομένης Τραπεζικής Εταιρίας
Παραβίαση του απορρέοντος από τη θεμελιώδη δικαιική αρχή της συνεπούς συμπεριφοράς καθήκοντος λήψης συγκεκριμένων μέτρων επιμελείας προς αποφυγή πρόκλησης ζημίας σε έννομα αγαθά τρίτων προσώπων.
-2) Οι προστηθέντες υπάλληλοι της κατά παράβαση των καθηκόντων προνοίας και προστασίας, των υπηρεσιακών καθηκόντων τους αλλά και της διάταξης του άρθρου 8 ν. 2251/1994, παρά την έκδοση από το έτος 2012 της αμετάκλητης υπ’ αριθ. 42/2012 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πρέβεζας, με την οποία κρίθηκε η ανυπαρξία οφειλής των εναγόντων (238.000 ευρώ) και η πλαστογραφία από τρίτο, δεν ερεύνησαν ενδελεχώς πριν προβούν σε οποιαδήποτε διαδικασία όχλησης προς είσπραξη απαίτησης, εάν οι ενάγοντες πράγματι ήταν οφειλέτες της υπό οποιαδήποτε ιδιότητα, δεν φρόντισαν να διαγράψουν την οφειλή τους από τα ηλεκτρονικά τους συστήματα, ενώ όταν οι ενάγοντες διαμαρτυρήθηκαν για το γεγονός αυτό, τους διαβεβαίωσε ότι θα προχωρούσε στην απεμπλοκή τους από τις εν λόγω οφειλές, ωστόσο δεν το έπραξε παρά τις επανειλημμένες προς τούτο οχλήσεις.
-3) Παρέλειψε μέσω των αρμοδίων οργάνων και προστηθέντων της, να καταστήσει ανενεργές τις εγγεγραμμένες στα υπολογιστικά της συστήματα φερόμενες οφειλές των εναγόντων, με αποτέλεσμα όχι μόνο να τους οχλεί για την τακτοποίηση των δήθεν υποχρεώσεών τους, αλλά να συμπεριλάβει τις υποτιθέμενες οφειλές τους στις μεταβιβασθείσες, με τη διαδικασία της τιτλοποίησης απαιτήσεων, προς την εταιρεία ειδικού σκοπού και στην διαχειρίστρια εταιρία απαιτήσεων, οι οποίες εξακολουθούσαν να οχλούν τους ενάγοντες για την εκπλήρωση των δήθεν υποχρεώσεών τους μέχρι τουλάχιστον το έτος 2021, δηλαδή εννέα (9) έτη μετά την έκδοση της ανωτέρω αμετάκλητης απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πρέβεζας και τη γνώση της εναγομένης για την ανυπαρξία των απαιτήσεών της
- 4) Προέβη σε παράνομη επεξεργασία των απλών δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα των εναγόντων, δηλαδή στη μεταβίβαση προς τις ανωτέρω εταιρείες ειδικού σκοπού και διαχειρίστριας απαιτήσεων των ήδη υπαρχόντων στην κατοχή της από άλλη αιτία, ήτοι από τρίτο ο οποίος προέβη στην πλαστογράφηση των υπογραφών των εναγόντων και παρέστησε ότι ήταν πληρεξούσιός της (εν αγνοία της τράπεζας) στοιχείων ταυτότητας (ονοματεπωνύμου, πατρωνύμου, διεύθυνσης κατοικίας, αριθμού τηλεφώνου και επαγγέλματος) των εναγόντων ως οφειλετών από πράγματι ανύπαρκτες συμβάσεις δανείου ή παροχής πιστώσεως, παρά το ότι κατά τον χρόνο της μεταβίβασης ήταν σε γνώση της ότι δεν υπήρχαν οφειλές των εναγόντων προς αυτήν
-5) Eνώ γνώριζε ήδη από το έτος 2012 ότι δεν υφίστατο οφειλή των εναγόντων προς αυτήν, εντούτοις προέβη μέσω των αρμοδίων οργάνων και προστηθέντων της, στην αναγγελία δυσμενών στοιχείων σε βάρος τους προς την «ΤΕΙΡΕΣΙΑΣ Α.Ε.», και καθυστέρησε αδικαιολόγητα να συμπράξει για τη διαγραφή των δεδομένων αυτών, η οποία έλαβε χώρα με πρωτοβουλία των εναγόντων στις 21/9/2022, δηλαδή μετά από 10 έτη από τον χρόνο έκδοσης της ανωτέρω αμετάκλητης απόφασης που τους δικαίωνε, με συνέπεια να παραμένουν χωρίς νόμιμη αιτία και με υπαιτιότητα της τράπεζας εκτεθειμένοι σε αυτή τη βάση δεδομένων
-6) Εφόσον γνώριζε διά των νομίμων εκπροσώπων της, για την ανυπαρξία οφειλών των εναγόντων και την πλαστογράφηση των υπογραφών τους στις επίμαχες συμβάσεις ως καθολική διάδοχος της τραπεζικής εταιρίας, είχε ιδιαίτερη νομική υποχρέωση να αποτρέψει διά των αρμοδίων οργάνων και προστηθέντων της, την προσβολή της προσωπικότητας των εναγόντων, που πηγάζει από την αρχή της καλής πίστης, όπως διαμορφώνεται κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη, και επιβάλλει, σε περίπτωση που κάποιος δημιούργησε επικίνδυνη κατάσταση, από την οποία μπορούσε να προέλθει ζημία, να προβεί στην ενδεδειγμένη θετική ενέργεια προς αποτροπή της
-7) Το παράνομο της ανωτέρω συμπεριφοράς της συνίσταται στην παραβίαση της γενικής υποχρέωσης πρόνοιας και ασφάλειας στο πλαίσιο της συναλλακτικής και γενικά κοινωνικής δραστηριότητάς της, ήτοι στην παράβαση της υποχρέωσης λήψης ορισμένων μέτρων επιμέλειας για την αποφυγή πρόκλησης ζημίας σε έννομα αγαθά τρίτων προσώπων.
Συνεπεία της παραπάνω αδικοπρακτικής συμπεριφοράς της εναγομένης τραπεζικής εταιρίας, επιδικάστηκε στους ενάγοντες για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης από την προσβολή της προσωπικότητάς τους, τα παρακάτω επιμεριζόμενα ποσά:
–ανά 3.500 ευρώ σε κάθε ενάγοντα από την παράνομη διαβίβαση των απλών προσωπικών τους δεδομένων σε καθεμία από τις ανωτέρω εταιρείες, ήτοι συνολικά 7.000 ευρώ για κάθε ενάγοντα
–ανά 12.000 ευρώ σε κάθε ενάγοντα για τη συκοφαντική τους δυσφήμηση εξαιτίας της αναγγελίας ανύπαρκτης οφειλής τους στην «ΤΕΙΡΕΣΙΑΣ Α.Ε.», και συνολικά 19.000 ευρώ σε κάθε ενάγοντα
Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που επιδίκασε τα ίδια ποσά δεν παραβίασε την αρχή της αναλογικότητας, ούτε υπερέβη τα ακραία όρια της διακριτικής ευχέρειάς του, αφού το επιδικασθέν για κάθε πράξη ποσό δεν αφίσταται, κατά την κοινή πείρα, τη δικαστηριακή πρακτική και την περί δικαίου συνείδηση, από το επιδικαζόμενο σε παρόμοιες περιπτώσεις ποσό.
ΑΚΟΛΟΥΘΕΙ ΤΟ ΚΕΙΜΕΝΟ ΤΗΣ ΑΠΟΦΑΣΗΣ
Πρόεδρος: Αικατερίνη Αναστασιάδου, Εφέτης
Δικηγόροι: Κωνσταντίνος Καρράς – Απόστολος Τάσσης
Κείμενο Απόφ. Μον.Εφ.Ιωαν. 168/2025
ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ενώπιον του Δικαστηρίου αυτού εκκρεμούν α) η με αριθμό έκθ. κατάθεσης /12.12.2023 (με αριθμ. καταχώρισης στη γραμματεία του παρόντος Δικαστηρίου /20.12.2023) έφεση και β) η με αριθμό έκθ. κατάθεσης _/12.12.2023 (με αριθμ. καταχώρησης στη γραμματεία του παρόντος Δικαστηρίου /20.12.2023) έφεση, οι οποίες βάλλουν κατά της υπ’ αριθμ. 232/2023 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πρέβεζας. Οι εφέσεις πρέπει να συνεκδικαστούν λόγω της μεταξύ τους συνάφειας, αφού στρέφονται κατά της ίδιας απόφασης και αναφέρονται στο ίδιο βιοτικό συμβάν και, επιπρόσθετα, διότι με αυτόν τον τρόπο διευκολύνεται η διεξαγωγή της δίκης και επέρχεται μείωση των εξόδων (31,246 ΚΠολΔ).
Κατά τη διάταξη του άρθρου 528 του ΚΠολΔ, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή της από το άρθρο 44 παρ. 2 του ν. 3994/2011, «αν ασκηθεί έφεση από διάδικο που δικάστηκε ερήμην, η εκκαλούμενη απόφαση εξαφανίζεται μέσα στα όρια που καθορίζονται από την έφεση και τους πρόσθετους λόγους, ανεξάρτητα από τη διαδικασία που τηρήθηκε. Ο εκκαλών δικαιούται να προβάλλει όλους τους ισχυρισμούς που μπορούσε να προτείνει πρωτοδίκως». Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι, αν ασκηθεί έφεση από τον διάδικο που δικάστηκε στον πρώτο βαθμό ερήμην, ανεξάρτητα από τη διαδικασία με την οποία δίκασε το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, δηλαδή είτε κατά την τακτική διαδικασία, είτε κατά την ειδική διαδικασία και ανεξάρτητα από το αν η απουσία του εκκαλούντος διαδίκου συνεπάγεται τεκμήριο ομολογίας ή παραιτήσεώς του, ή αν ο διάδικος δικάσθηκε σαν να ήταν παρών, με την τυπική παραδοχή της έφεσης, η οποία λειτουργεί ως υποκατάστατο της καταργηθείσας αναιτιολόγητης ανακοπής ερημοδικίας, η εκκαλούμενη απόφαση εξαφανίζεται μέσα στα όρια που καθορίζονται από την έφεση και τους προσθέτους λόγους και ο εκκαλών δικαιούται να προβάλει όλους τους ισχυρισμούς, που μπορούσε να προβάλει και πρωτοδίκως. Του παρέχεται, δηλαδή, η ευκαιρία, δεδομένου ότι δεν εμφανίσθηκε στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, εντός των ορίων του μεταβιβαστικού αποτελέσματος της έφεσης, να ακουστεί και να προβάλει στο Εφετείο όσους ισχυρισμούς μπορούσε να προβάλει πρωτοδίκως, χωρίς να υπόκειται στους περιορισμούς του άρθρου 527 ΚΠολΔ, επανορθώνοντας έτσι με την έφεση τις συνέπειες που η απουσία του ενδεχομένως επέφερε. Αν αρνηθεί τους αγωγικούς ισχυρισμούς ή προβάλει εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων ως προς τη βάση της αγωγής, η απόφαση πλήττεται στο σύνολό της και εξαφανίζεται ως προς όλες τις διατάξεις της, μετά την τυπική παραδοχή της έφεσης, χωρίς έρευνα των λόγων της (ΑΠ 229/2020, ΑΠ 476/2017, ΑΠ 2150/2014 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 259/2009 Δ 40.996).
Στην προκειμένη περίπτωση, οι υπό κρίση α) από 01.12.2023 (με αριθμό έκθεσης κατάθεσης /12.12.2023 και προσδιορισμού _-/20.12.2023) έφεση της καθολικής διαδόχου της πρωτοδίκως ηττηθείσας εναγομένης και β) από 04.12.2023 (με αριθμό έκθεσης κατάθεσης /14.12.2023 και προσδιορισμού /20.12.2023) έφεση των πρωτοδίκως εν μέρει ηττηθέντων εναγόντων κατά της υπ’ αριθμ. 232/2023 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πρέβεζας, η οποία εκδόθηκε κατά την τακτική διαδικασία ερήμην της εναγομένης, λόγω μη προσήκουσας παράστασής της, για τον λόγο ότι είχε καταθέσει εκπρόθεσμα της προτάσεις της, ασκήθηκαν σύμφωνα με τις νόμιμες διατυπώσεις, με κατάθεση του σχετικού δικογράφου στη Γραμματεία του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, (άρθρα 495 παρ. 1, 2, 511, 513 παρ. 1 β’, 516 παρ. 1, 517 εδ. α’ ΚΠολΔ) και εμπρόθεσμα, ήτοι εντός της κατ’ άρθρο 518 παρ. 1 ΚΠολΔ προβλεπομένης προθεσμίας, καθόσον η εκκαλούμενη απόφαση επιδόθηκε από τους ενάγοντες στην εναγομένη την 14.11.2023 (βλ. τη σχετική επισημείωση του δικαστικού επιμελητή του Εφετείου Αθηνών Ν.Γ. σε ακριβές αντίγραφο της προσβαλλόμενης απόφασης) και οι εφέσεις κατατέθηκαν στη γραμματεία του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου στις 12.12.2023 και 14.12.2023 αντίστοιχα. Περαιτέρω, για το παραδεκτό των εφέσεων κατατέθηκε από τους εκκαλούντες το παράβολο που προβλέπεται από την διάταξη του άρθρου 495 παρ. 3 εδ. Α ΚΠολΔ, όπως τούτο βεβαιώνεται στην υπ’ αριθμ. /12.12.2023 έκθεση κατάθεσης της α’ έφεσης περί κατάθεσης του e-παραβόλου με κωδικό _, ποσού 100,00 ευρώ και στην υπ’αριθμ. _/14.12.2023 έκθεση κατάθεσης της β’ έφεσης περί κατάθεσης του e-παραβόλου με κωδικό , ποσού 100,00 ευρώ). Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω, οι υπό κρίση εφέσεις πρέπει να γίνουν τυπικά δεκτές και να εξεταστούν κατά την αυτή, ως άνω, τακτική διαδικασία, από το Δικαστήριο αυτό, που είναι καθ’ ύλην αρμόδιο για να τις δικάσει σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 19 ΚΠολΔ. Ειδικότερα, η μεν β’ έφεση πρέπει να εξεταστεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 533 παρ. 1 ΚΠολΔ), ενώ η άσκηση της υπό στοιχείο α’ έφεσης από την εκκαλούσα, καθολική διάδοχο της εναγομένης, που ερημοδικάστηκε στον πρώτο βαθμό, επιφέρει, σύμφωνα με όσα στην ανωτέρω νομική σκέψη αναφέρθηκαν, την εξαφάνιση της προσβαλλόμενης απόφασης ως προς όλες τις διατάξεις της, εφόσον με το εφετήριο προβάλλονται λόγοι επί του νόμω και ουσία βάσιμου της αγωγής και κακή εκτίμηση των αποδείξεων. Επομένως πρέπει η υπό στοιχείο α’ έφεση να γίνει δεκτή και ως κατ’ ουσίαν βάσιμη, να εξαφανισθεί η εκκαλούμενη απόφαση ως προς την εκκαλούσα της α’ έφεσης, να κρατηθεί η υπόθεση και να γίνει αναδίκαση της υπόθεσης από το Δικαστήριο τούτο ως προς την έφεση αυτή. Ακολούθως, πρέπει να ερευνηθεί η αγωγή ως προς τη νομική και ουσιαστική της βασιμότητα. Σημειώνεται ότι η άνω εκκαλούσα, με τον πρώτο λόγο της έφεσής της, ισχυρίζεται ότι εσφαλμένα με την εκκαλούμενη απόφαση θεωρήθηκε δικονομικώς απούσα, διότι οι προτάσεις της είχαν κατατεθεί εμπροθέσμως κατά τις διατάξεις του άρθρου 237 ΚΠολΔ. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αλυσιτελώς προβαλλόμενος, διότι και μόνο η άσκηση της παρούσας έφεσης οδηγεί στην ολική εξαφάνιση της εκκαλούμενης απόφασης, με βάση τη διάταξη του άρθρου 528 ΚΠολΔ.
Οι ενάγοντες, ήδη εκκαλούντες της β’ έφεσης – εφεσίβλητοι της α’ έφεσης, στην από 19.07.2022 αγωγή τους ιστορούσαν ότι τυγχάνουν μέτοχοι της ΚΤΕΛ Ν. Πρέβεζας Α.Ε. και εξ αδιαιρέτου συγκύριοι λεωφορείων ενταγμένων στη δύναμη της ανωτέρω εταιρείας. Ότι, την 27.01.2011, σε ανύποπτη επίσκεψη του πρώτου εξ αυτών σε υποκατάστημα της ΤΡΑΠΕΖΑΣ Α.Ε., καθολική διάδοχος της οποίας είναι η εναγομένη, προς έκπληξή τους ενημερώθηκαν ότι είχαν δήθεν συνάψει μ’ αυτή σύμβαση δανείου, ως πρωτοφειλέτες και εγγυητές, από την οποία απέρρεε οφειλή τους ύψους εκατοντάδων χιλιάδων ευρώ. Ότι, μετά από επίμονα αιτήματά τους προς την τράπεζα, η τελευταία τους απέστειλε εξώδικη δήλωση και τα αναφερόμενα στην αγωγή έγγραφα, με τα οποία φέρονταν οι ενάγοντες, δυνάμει συμβολαιογραφικού πληρεξουσίου, να συνάπτουν με την τράπεζα το έτος 2004, από κοινού με τον Δ.B, σύμβαση ανοικτού αλληλόχρεου λογαριασμού και προσθέτων πράξεων, αναγνωρίζοντας ότι τους είχε καταβληθεί ως δάνειο για την αγορά λεωφορείου το ποσό των 238.000,00 ευρώ, καθώς και σύμβαση εκχωρήσεως, με την οποία της εκχωρούσαν όλες τις απαιτήσεις τους από την εταιρεία «ΚΤΕΛ Ν. ΠΡΕΒΕΖΑΣ Α.Ε.», ωστόσο οι ίδιοι ουδέποτε υπέγραψαν τα ανωτέρω έγγραφα ούτε συναλλάχθηκαν με την τράπεζα, οι δε φερόμενες ως δικές τους υπογραφές είχαν πλαστογραφηθεί από τον Δ.B.. Περαιτέρω, οι ενάγοντες εξέθεταν ότι άσκησαν κατά της εναγομένης και του Δ.B., ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πρέβεζας, αγωγή με αίτημα την αναγνώριση της ακυρότητας του ανωτέρω συμβολαιογραφικού πληρεξουσίου και των τραπεζικών συμβάσεων λόγω πλαστότητας, επί της οποίας εκδόθηκε η ήδη αμετάκλητη υπ’ αριθμ. 44/2012 απόφαση του Δικαστηρίου, που έκανε δεκτή την αγωγή τους. Ότι, παρά την έκδοση της απόφασης αυτής, η εναγομένη τους απέστειλε την από 25.07.2019 επιστολή της, με την οποία τους καλούσε να προβούν σε ρύθμιση των υποτιθέμενων οφειλών τους, ενώ κατόπιν διαμαρτυρίας τους αναγνώρισε ότι επρόκειτο για παρεξήγηση, ωστόσο το έτος 2020 τους απέστειλε νέα επιστολή με την οποία τους ενημέρωνε ότι στο πλαίσιο τιτλοποίησης και μεταβίβασης των απαιτήσεών της θα μεταβίβαζε προς την εταιρεία ειδικού σκοπού με την επωνυμία «» τα προσωπικά τους δεδομένα, που θα τύγχαναν επεξεργασίας από την εν λόγω αλλοδαπή εταιρεία. Ότι, οι ενάγοντες άμεσα απέστειλαν εξώδικη διαμαρτυρία προς την εναγόμενη δηλώνοντας ότι δεν υφίσταται οφειλή τους προς αυτή και δεν συναινούν στην οιαδήποτε διαβίβαση των προσωπικών δεδομένων τους, ωστόσο η εναγομένη τους αγνόησε αποστέλλοντας αυτά προς την προαναφερόμενη εταιρεία ειδικού σκοπού αλλά και στην εισπρακτική εταιρεία «», μέσω των οποίων έλαβε γνώση αυτών απροσδιόριστος αριθμός υπαλλήλων τους. Ότι, περαιτέρω, το έτος 2022 εξ αφορμής άρνησης δανειοδότησής τους από τη “” γνωστοποιήθηκε στους ενάγοντες ότι υπήρχε σε βάρος τους δυσμενής καταχώριση στα πληροφοριακά συστήματα «ΤΕΙΡΕΣΙΑΣ Α.Ε.», μετά δε από ενέργειες του πληρεξουσίου δικηγόρου τους ενημερώθηκαν από την «ΤΕΙΡΕΣΙΑΣ Α.Ε.» ότι στα συστήματα αυτής είχαν καταχωριστεί δύο ανεξόφλητες οφειλές προς την « TΡΑΠΕΖΑ», ήτοι αυτή των 238.000,00 ευρώ που είχε αναγνωριστεί αμετάκλητα ως ανύπαρκτη και μία ποσού 25.581,36 ευρώ, για την ίδια αιτία, ενώ προέκυπτε ότι τα προσωπικά τους δεδομένα είχαν ήδη διαβιβαστεί προς την «». Ότι η ανωτέρω αναγγελία και διαβίβαση προς την εταιρεία «ΤΕΙΡΕΣΙΑΣ Α.Ε.» έγινε από την εναγομένη το έτος 2014 και διατηρήθηκε μέχρι την άσκηση της υπό κρίση αγωγής, παρά την έκδοση της προαναφερόμενης αμετάκλητης απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πρέβεζας που αναγνώρισε την ανυπαρξία της οφειλής τους. Ότι, ενόψει των ανωτέρω, η εναγομένη, πέραν της παράνομης μετάδοσης των προσωπικών τους δεδομένων σε τρίτους, διέδωσε προς τα προαναφερόμενα νομικά πρόσωπα καθώς και σε απροσδιόριστο αριθμό φυσικών και νομικών προσώπων, το ψευδές γεγονός ότι αυτοί διατηρούν ληξιπρόθεσμες σε βάρος της οφειλές, εν γνώσει της αναλήθειας αυτού, και ταυτόχρονα, παραλείποντας να ερευνήσει τον φάκελο της υπόθεσής τους για την τύχη της αγωγής τους, παρέβη τη διάταξη του άρθρου 8 του ν. 2251/1994. Με βάση το ιστορικό αυτό, ισχυριζόμενοι ότι συνεπεία της παράνομης και υπαίτιας συμπεριφοράς των αρμοδίων υπαλλήλων της εναγομένης έχουν υποστεί προσβολή της προσωπικότητάς τους και εντεύθεν ηθική βλάβη, κατά τα αναλυτικώς εκτιθέμενα στο δικόγραφο της αγωγής, ζητούσαν για την αποκατάσταση αυτής, κατόπιν παραδεκτού με τις προτάσεις εν συνόλω περιορισμού του αιτήματος της αγωγής από καταψηφιστικό σε αναγνωριστικό (άρθρα 223, 294, 295 παρ. 1 εδ. β’ και 297 ΚΠολΔ), να αναγνωριστεί ότι η εναγόμενη οφείλει να καταβάλει σε έκαστο εξ αυτών: α) το ποσόν των 100.000,00 ευρώ για τη διαβίβαση των προσωπικών του δεδομένων στις εταιρείες «_» και «», ήτοι από 50.000,00 ευρώ για κάθε διαβίβαση και β) το ποσόν των 70.000,00 ευρώ για την παράνομη και συκοφαντική διαβίβαση και αναγγελία της ανύπαρκτης οφειλής του προς τα πληροφοριακά συστήματα της «ΤΕΙΡΕΣΙΑΣ Α.Ε.», δηλαδή ποσό 170.000,00 ευρώ στον καθένα νομιμοτόκως από την επομένη της επιδόσεως της αγωγής και μέχρι την ολοσχερή εξόφληση. Τέλος, ζητούσαν να καταδικασθεί η εναγομένη σε καταβολή της εν γένει δικαστικής τους δαπάνης. Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων, κατά την τακτική διαδικασία, η με αριθμό 232/2023 οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πρέβεζας, με την οποία, αφού κρίθηκε ορισμένη και νόμιμη η αγωγή, έγινε αυτή μερικά δεκτή και ως βάσιμη από ουσιαστική άποψη εξαιτίας της ερημοδικίας της εναγομένης και του τεκμηρίου ομολογίας του άρθρου 271 παρ. 3 ΚΠολΔ και αναγνωρίστηκε η υποχρέωσή της να καταβάλει σε κάθε ενάγοντα το ποσό των 19.000,00 ευρώ, εντόκως από την επομένη της επίδοσης της αγωγής και μέχρι την εξόφληση, επιδικάστηκε, δε, σε βάρος της μέρος των δικαστικών εξόδων των εναγόντων, ύψους 1.200,00 ευρώ. Κατά της ως άνω οριστικής απόφασης παραπονούνται: α) η εκκαλούσα ανώνυμη τραπεζική εταιρεία με την από 01.12.2023 με αριθμό έκθεσης κατάθεσης _/12.12.2023 έφεση, ζητώντας την εξαφάνιση της εκκαλουμένης οριστικής απόφασης, προκειμένου να απορριφθεί καθ’ ολοκληρίαν η αγωγή, ως και να καταδικασθούν οι ενάγοντες και ήδη εφεσίβλητοι σε καταβολή της εν γένει δικαστικής της δαπάνης αμφοτέρων των βαθμών δικαιοδοσίας και β) οι εκκαλούντες – ενάγοντες με την από 04.12.2023 με αριθμό έκθεσης κατάθεσης /14.12.2023 έφεση, ζητώντας ομοίως την εξαφάνιση της εκκαλουμένης οριστικής απόφασης, προκειμένου να μεταρρυθμισθεί αυτή κατά το δι’ αυτής προσβαλλόμενο κεφάλαιο της χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης και να γίνει καθ’ ολοκληρίαν δεκτή ως βάσιμη κατ’ ουσίαν η ως άνω υπό κρίση αγωγή τους, ως και να καταδικασθεί η αντίδικός τους στην καταβολή της εν γένει δικαστικής του δαπάνης αμφοτέρων των βαθμών δικαιοδοσίας.
Από τις διατάξεις των άρθρων 111 παρ. 2, 118 αρ. 4 και 216 παρ. 1 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι το δικόγραφο της αγωγής πρέπει να περιέχει σαφή έκθεση των γεγονότων, τα οποία θεμελιώνουν κατά νόμο την αγωγή και δικαιολογούν την άσκηση αυτής από τον ενάγοντα κατά του εναγομένου, ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς και ορισμένο αίτημα. Η έκθεση δε στο δικόγραφο της αγωγής των πραγματικών περιστατικών, τα οποία πρέπει να είναι όσα είναι νομικώς ικανά και αναγκαία για τη θεμελίωση του δικαιώματος, η προστασία του οποίου ζητείται και τα οποία πρέπει να αναφέρονται με τέτοια σαφήνεια, ώστε να εξατομικεύουν την επίδικη έννομη σχέση και να μην καταλείπεται αμφιβολία περί της αξίωσης, η οποία απορρέει από αυτά, είναι απαραίτητη για να υπάρχει η δυνατότητα, το μεν δικαστήριο να κρίνει τη νομική βασιμότητα της αγωγής και να διατάξει τις δέουσες αποδείξεις, ο δε εναγόμενος να μπορεί να αμυνθεί κατά της αγωγικής αξίωσης που θεμελιώνεται επ’ αυτών με ανταπόδειξη ή ένσταση (ΑΠ 481/2012 ΝΟΜΟΣ). Διαφορετικά η αγωγή είναι αόριστη και η αοριστία της αγωγής, η οποία εξετάζεται αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο, ως αναγόμενη στην αφορώσα τη δημόσια τάξη προδικασία (ΑΠ 371/2012, ΑΠ 359/2012 ΝΟΜΟΣ), με την έννοια της ποιοτικής αοριστίας (λήψη υπόψη πραγματικών περιστατικών που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, τα οποία δεν αναφέρονται στο αγωγικό δικόγραφο αλλά σ’ αυτό γίνεται μόνο επίκληση των στοιχείων του νόμου) ή ποσοτικής αοριστίας (λήψη υπόψη πραγματικών περιστατικών που αποτελούν την προϋπόθεση εφαρμογής του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, χωρίς αυτά να εξειδικεύονται με πληρότητα), δεν μπορεί να θεραπευτεί ούτε με τις προτάσεις ούτε με παραπομπή στο περιεχόμενο άλλου εγγράφου, ούτε μπορεί σε αυτή να γίνει επιφύλαξη διόρθωσης ή συμπλήρωσης από την προσαγωγή ή εκτίμηση αποδείξεων (ΑΠ 778/2011, ΑΠ 49/2011, ΑΠ 379/2011 όλες σε ΝΟΜΟΣ). Στην προκειμένη περίπτωση, στην ανωτέρω αγωγή, που εξετάζεται ως προς το παραδεκτό και τη νομική βασιμότητά της αυτεπαγγέλτως στο εφετείο, εκτίθεται λεπτομερώς η γενεσιουργός αιτία της υποχρέωσης της εναγομένης, η οποία προσέβαλε την προσωπικότητα των εναγόντων και δη η παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά των προστηθέντων υπαλλήλων της, οι οποίοι αφενός διαβίβασαν τα προσωπικά δεδομένα των εναγόντων, χωρίς τη συναίνεσή τους και παρά τη ρητή δήλωσή τους περί του αντιθέτου, σε φυσικά και νομικά πρόσωπα και αφετέρου ανήγγειλαν ανύπαρκτες οφειλές τους στα πληροφοριακά συστήματα της «ΤΕΙΡΕΣΙΑΣ Α.Ε.», με αποτέλεσμα να καταχωριστούν αυτοί ως αφερέγγυα πρόσωπα και να πληγεί η αξιοπιστία τους. Κατόπιν τούτων, με βάση όσα αναφέρονται στη προηγηθείσα νομική σκέψη, η αγωγή είναι πλήρως ορισμένη και νόμιμη, στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων 57, 59, 297, 299, 340, 345, 346, 914, 932 ΑΚ, 1, 2, 5, 11, 13, 23 ν. 2472/1997, 4, 5, 7, 21, 82 Κανονισμού 2016/679, 25 ν. 4624/2019, 8 ν. 2251/1994, 363 ΠΚ, 68, 70,176 και 218 ΚΠολΔ, και τα όσα περί του αντιθέτου υποστηρίζονται από την εκκαλούσα της α’ έφεσης, ότι δηλαδή η αγωγή είναι αόριστη διότι οι ενάγοντες δεν εξειδικεύουν τον χρόνο καταχώρισης των στοιχείων τους στην «ΤΕΙΡΕΣΙΑΣ Α.Ε.» ούτε τα πρόσωπα στα οποία διαβιβάστηκαν τα προσωπικά τους δεδομένα, είναι αβάσιμα και απορριπτέα, ενώ οι αιτιάσεις περί ανυπαρξίας δόλου της για τις εσφαλμένες καταχωρίσεις στην «ΤΕΙΡΕΣΙΑΣ Α.Ε.» και για τη δημοσιοποίηση της είδησης περί αφερεγγυότητας των εναγόντων, της άγνοιάς της για την πλαστότητα των υπογραφών του αντιδίκων της, αποτελούν άρνηση της ουσιαστικής βασιμότητας της αγωγής.
Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 57 και 59 ΑΚ συνάγεται ότι, όποιος προσβάλλεται παράνομα στην προσωπικότητά του δικαιούται να αξιώσει: α) την άρση της προσβολής β) την παράλειψή της στο μέλλον, γ) αποζημίωση κατά τις περί αδικοπραξιών διατάξεις (άρθρα 914 επ. ΑΚ) και δ) χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης. Για τη θεμελίωση αξίωσης προς καταβολή χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης από πράξη που προσβάλλει την προσωπικότητα του ανθρώπου, απαιτείται να συντρέχουν: α) προσβολή της προσωπικότητας, β) η προσβολή να είναι παράνομη, δηλαδή να έγινε χωρίς δικαίωμα ή κατ’ ενάσκηση δικαιώματος, το οποίο είναι μικρότερης σπουδαιότητας ή ασκείται υπό περιστάσεις που καθιστούν την άσκησή του καταχρηστική, γ) να είναι υπαίτια, να οφείλεται δηλαδή σε δόλο ή αμέλεια, η οποία υπάρχει όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές (άρθρο 330 παρ. 2 ΑΚ), δ) να επήλθε ηθική βλάβη του προσβληθέντος και ε) να υπάρχει αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της παράνομης και υπαίτιας προσβολής και της επελθούσας ηθικής βλάβης (ΟλΑΠ 2/2008). Η προσωπικότητα αποτελεί πλέγμα αγαθών που συνθέτουν την υπόσταση του προσώπου και είναι αναπόσπαστα συνδεδεμένα μαζί του. Τα αγαθά αυτά δεν αποτελούν μεν αυτοτελή δικαιώματα, αλλά επί μέρους εκδηλώσεις – εκφάνσεις (πλευρές) του ενιαίου δικαιώματος επί της προσωπικότητας, όμως, η προσβολή της προσωπικότητας σε σχέση με οποιαδήποτε από τις εκδηλώσεις αυτές συνιστά προσβολή της συνολικής έννοιας της προσωπικότητας. Τέτοια προστατευόμενα αγαθά είναι, μεταξύ άλλων, η εικόνα του προσώπου, η τιμή, η υπόληψη, το απόρρητο της ιδιωτικής ζωής, η πίστη, το επάγγελμα, η ελευθερία ανάπτυξης επαγγελματικής, οικονομικής και επιστημονικής δραστηριότητας (ΑΠ 1017/2022, ΑΠ 611/2019, ΑΠ 726/2015, ΑΠ 69/2013 ΝΟΜΟΣ). Η παράνομη και συγχρόνως υπαίτια προσβολή της προσωπικότητας συνιστά ασφαλώς ειδικότερη μορφή αδικοπραξίας, οπότε συνδυαστικά εφαρμόζονται και οι διατάξεις των άρθρων 914, 919, 920 και 932 ΑΚ, είναι δε αδιάφορο σε ποιο τμήμα του δικαίου βρίσκεται η διάταξη που απαγορεύει την προσβολή. Για την κατάφαση της παρανομίας δεν απαιτείται παράβαση συγκεκριμένου κανόνα δικαίου, αλλά αρκεί η αντίθεση της συμπεριφοράς στο γενικότερο πνεύμα του δικαίου ή στις επιταγές της έννομης τάξης (ΟλΑΠ 2/2019, ΑΠ 78/2020, ΑΠ 1/2019, ΑΠ 49/2019 ΝΟΜΟΣ). «Παράνομη» είναι η προσβολή της προσωπικότητας, όταν η βλαπτική συμπεριφορά του τρίτου αντίκειται σε απαγορευτικό ή επιτακτικό κανόνα ο οποίος προστατεύει δικαίωμα ή συγκεκριμένο συμφέρον του ζημιωθέντος, δύναται δε να συνίσταται σε θετική ενέργεια ή παράλειψη οφειλομένης ενεργείας από διάταξη νόμου ή από προηγούμενη συμπεριφορά του δράστη ή από υπάρχουσα έννομη σχέση μεταξύ αυτών ή από την καλή πίστη κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη, το δε στοιχείο του «παρανόμου» υφίσταται και όταν ο δράστης ασκεί δικαίωμα, το οποίο όμως είναι ελάσσονος σημασίας από πλευράς εννόμου τάξεως ή ασκείται υπό περιστάσεις, οι οποίες καθιστούν καταχρηστική την άσκησή του (ΑΠ 129/2020, ΑΠ 1587/2017, ΑΠ 1354/2015, ΕφΠειρ 33/2021 ΝΟΜΟΣ). Η αξίωση άρσης της προσβολής και της παράλειψης αυτής στο μέλλον δεν προϋποθέτει υπαιτιότητα του προσβολέα (αντικειμενική ευθύνη). Εάν όμως ζητείται η ικανοποίηση της προκληθείσας ηθικής βλάβης, η επίκληση και απόδειξη παράνομης και υπαίτιας συμπεριφοράς, επαγομένης προσβολή της προσωπικότητας, είναι απαραίτητη, τούτο δε ρητώς προβλέπεται όχι μόνο στην προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 57 εδ. γ’ ΑΚ (η οποία παραπέμπει στις περί αδικοπραξιών διατάξεις), αλλά και στη διάταξη του άρθρου 59 ΑΚ, η οποία ορίζει ότι «Στις περιπτώσεις των δύο προηγουμένων άρθρων το δικαστήριο με απόφασή του, ύστερα από αίτηση αυτού που έχει προσβληθεί και αφού λάβει υπόψη το είδος της προσβολής, μπορεί επιπλέον να καταδικάσει τον υπαίτιο να ικανοποιήσει την ηθική βλάβη αυτού που έχει προσβληθεί. Η ικανοποίηση συνίσταται σε πληρωμή χρηματικού ποσού, σε δημοσίευμα, ή σε οτιδήποτε επιβάλλεται από τις περιστάσεις», και η οποία, κατά την κρατούσα στη νομολογία άποψη (ΑΠ 1017/2022, ΑΠ 158/2020, ΑΠ 149/2020, ΑΠ 718/2017 ΝΟΜΟΣ), ομοίως απαιτεί πταίσμα. Η επιδίκαση χρηματικής ικανοποίησης προϋποθέτει σημαντική προσβολή. Ο Δικαστής οφείλει να συνεκτιμήσει όλα τα συνωδά περιστατικά και ιδίως την έκφανση της προσβληθείσας προσωπικότητας, τη βαρύτητα της προσβολής, την υπαιτιότητα και το βαθμό της, τον τόπο, χρόνο και διάρκεια της προσβολής, το επάγγελμα, το τυχόν συντρέχον πταίσμα του προσβληθέντος, την περιουσιακή κατάσταση και τις συνθήκες ζωής των μερών, την τυχόν δημοσιότητα κλπ., χωρίς να απαιτείται ειδική αιτιολόγηση ενός εκάστου επιμέρους στοιχείου (ΑΠ 917/2022, ΑΠ 392/2022, ΑΠ 170/2020 ΝΟΜΟΣ). Η χρηματική ικανοποίηση πρέπει να είναι «εύλογη» και λαμβάνεται υπόψη κατά τον υπολογισμό της και η αρχή της αναλογικότητας ως γενική νομική αρχή και δη αυξημένης τυπικής ισχύος (άρθρα 2 παρ. 1 και 25 του ισχύοντος Συντάγματος) (ΟλΑΠ 9/2015 ΧρΙΔ 2015.575, ΑΠ 1488/2022, ΑΠ 548/2021, ΑΠ 368/2021, ΑΠ 184/2021 ΝΟΜΟΣ).
Ο ν. 2472/1997 «Προστασία του ατόμου από την επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα» (ΦΕΚ Α’ 50/10.04.1997), όπως τροποποιηθείς ίσχυε πριν την κατάργησή του με το άρθρο 84 ν. 4624/2019 «Αρχή Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα, μέτρα εφαρμογής του Κανονισμού (ΕΕ) 2016/679 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 27^ Απριλίου 2016 για την προστασία των φυσικών προσώπων έναντι της επεξεργασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και ενσωμάτωση στην εθνική νομοθεσία της Οδηγίας (ΕΕ) 2016/680 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 27Πί Απριλίου 2016 και άλλες διατάξεις» (ΦΕΚ Α’ 137/29.8.2019) και είχε εισαχθεί σε συμμόρφωση α) προς την Ευρωπαϊκή Σύμβαση για την προστασία του ατόμου από την αυτοματοποιημένη επεξεργασία πληροφοριών της 28^ Ιανουαρίου 1981, κυρωθείσα από την Ελλάδα με τον ν. 2068/1992 και β) προς την Οδηγία 95/46 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης της 24.10.1995 για την προστασία των φυσικών προσώπων έναντι της επεξεργασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και για την ελεύθερη κυκλοφορία των δεδομένων αυτών, ορίζει, μεταξύ άλλων, τα εξής: α) «Αντικείμενο του παρόντος νόμου είναι η θέσπιση των προϋποθέσεων για την επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα προς προστασία των δικαιωμάτων και των θεμελιωδών ελευθεριών των φυσικών προσώπων και ιδίως της ιδιωτικής ζωής» (άρθρο 1 υπό τον τίτλο «Αντικείμενο»), β) «Για τους σκοπούς του παρόντος νόμου νοούνται ως: α) «Δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα», κάθε πληροφορία που αναφέρεται στο υποκείμενο των δεδομένων. Δεν λογίζονται ως δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα τα στατιστικής φύσεως συγκεντρωτικά στοιχεία, από τα οποία δεν μπορούν πλέον να προσδιορισθούν τα υποκείμενα των δεδομένων, β) «Ευαίσθητα δεδομένα» τα δεδομένα που αφορούν στη φυλετική ή εθνική προέλευση, στα πολιτικά φρονήματα, στις θρησκευτικές ή φιλοσοφικές πεποιθήσεις, στη συμμετοχή σε συνδικαλιστική οργάνωση, στην υγεία, στην κοινωνική πρόνοια και στην ερωτική ζωή, στα σχετικά με ποινικές διώξεις ή καταδίκες, καθώς και στη συμμετοχή σε συναφείς με τα ανωτέρω ενώσεις προσώπων …, γ) «Υποκείμενο των δεδομένων», το φυσικό πρόσωπο στο οποίο αναφέρονται τα δεδομένα και του οποίου η ταυτότητα είναι γνωστή ή μπορεί να εξακριβωθεί, δηλαδή μπορεί να προσδιορισθεί αμέσως ή εμμέσως, ιδίως βάσει αριθμού ταυτότητας ή βάσει ενός ή περισσότερων συγκεκριμένων στοιχείων που χαρακτηρίζουν την υπόστασή του από άποψη φυσική, βιολογική, ψυχική, οικονομική, πολιτιστική, πολιτική ή κοινωνική, δ) «Επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα» («επεξεργασία»), κάθε εργασία ή σειρά εργασιών που πραγματοποιείται, από το Δημόσιο ή από νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου ή ιδιωτικού δικαίου ή ένωση προσώπων ή φυσικό πρόσωπο με ή χωρίς τη βοήθεια αυτοματοποιημένων μεθόδων και εφαρμόζονται σε δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα, όπως η συλλογή, η καταχώριση, η οργάνωση, η διατήρηση ή αποθήκευση, η τροποποίηση, η εξαγωγή, η χρήση, η διαβίβαση, η διάδοση ή κάθε άλλης μορφής διάθεση, η συσχέτιση ή ο συνδυασμός, η διασύνδεση, η δέσμευση (κλείδωμα), η διαγραφή, η καταστροφή, ε) «Αρχείο δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα» («αρχείο»), κάθε διαρθρωμένο σύνολο δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, τα οποία είναι προσιτά με γνώμονα συγκεκριμένα κριτήρια, στ) … ζ) «Υπεύθυνος επεξεργασίας», οποιοσδήποτε καθορίζει το σκοπό και τον τρόπο επεξεργασίας των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, όπως φυσικό ή νομικό πρόσωπο, δημόσια αρχή ή υπηρεσία ή οποιοσδήποτε άλλος οργανισμός. Όταν ο σκοπός και ο τρόπος της επεξεργασίας καθορίζονται με διατάξεις νόμου ή κανονιστικές διατάξεις εθνικού ή κοινοτικού δικαίου, ο υπεύθυνος επεξεργασίας ή τα ειδικά κριτήρια βάσει των οποίων γίνεται η επιλογή του καθορίζονται αντίστοιχα από το εθνικό ή το κοινοτικό δίκαιο, η) «Εκτελών την επεξεργασία», οποιοσδήποτε επεξεργάζεται δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα για λογαριασμό υπεύθυνου επεξεργασίας, όπως φυσικό ή νομικό πρόσωπο, δημόσια αρχή ή υπηρεσία ή οποιοσδήποτε άλλος οργανισμός, θ) «Τρίτος», κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο, δημόσια αρχή ή υπηρεσία, ή οποιοσδήποτε άλλος οργανισμός, εκτός από το υποκείμενο των δεδομένων, τον υπεύθυνο επεξεργασίας και τα πρόσωπα που είναι εξουσιοδοτημένα να επεξεργάζονται τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα, εφόσον ενεργούν υπό την άμεση εποπτεία ή για λογαριασμό του υπεύθυνου επεξεργασίας, ι) «Αποδέκτης», το φυσικό ή νομικό πρόσωπο, η δημόσια αρχή ή υπηρεσία ή οποιοσδήποτε άλλος οργανισμός, στον οποίο ανακοινώνονται ή μεταδίδονται τα δεδομένα, ανεξαρτήτως αν πρόκειται για τρίτο ή όχι. ια) «Συγκατάθεση» του υποκειμένου των δεδομένων, κάθε ελεύθερη, ρητή και ειδική δήλωση βουλήσεως, που εκφράζεται με τρόπο σαφή και εν πλήρη επιγνώσει, και με την οποία, το υποκείμενο των δεδομένων, αφού προηγουμένως ενημερωθεί, δέχεται να αποτελέσουν αντικείμενο επεξεργασίας τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα που το αφορούν. Η ενημέρωση αυτή περιλαμβάνει πληροφόρηση τουλάχιστον για το σκοπό της επεξεργασίας, τα δεδομένα ή τις κατηγορίες δεδομένων που αφορά η επεξεργασία, τους αποδέκτες ή τις κατηγορίες αποδεκτών των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, καθώς και το όνομα, την επωνυμία και τη διεύθυνση του υπεύθυνου επεξεργασίας και του τυχόν εκπροσώπου του. Η συγκατάθεση μπορεί να ανακληθεί οποτεδήποτε, χωρίς αναδρομικό αποτέλεσμα, ιβ) «Αρχή», η Αρχή Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα που θεσπίζεται στο κεφάλαιο Δ’ του παρόντος νόμου» (άρθρο 2 υπό τον τίτλο «Ορισμοί»), γ) «1. Τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα για να τύχουν νόμιμης επεξεργασίας πρέπει: α) Να συλλέγονται κατά τρόπο θεμιτό και νόμιμο για καθορισμένους, σαφείς και νόμιμους σκοπούς και να υφίστανται θεμιτή και νόμιμη επεξεργασία εν όψει των σκοπών αυτών, β) Να είναι συναφή, πρόσφορα και όχι περισσότερα από όσα κάθε φορά απαιτείται εν όψει των σκοπών της επεξεργασίας, γ) Να είναι ακριβή και, εφόσον χρειάζεται, να υποβάλλονται σε ενημέρωση, δ) Να διατηρούνται σε μορφή που να επιτρέπει τον προσδιορισμό της ταυτότητας των υποκειμένων τους μόνο κατά τη διάρκεια της περιόδου που απαιτείται, κατά την κρίση της Αρχής, για την πραγματοποίηση των σκοπών της συλλογής τους και της επεξεργασίας τους… 2. Η τήρηση των διατάξεων της προηγούμενης παραγράφου βαρύνει τον υπεύθυνο επεξεργασίας. Δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα που έχουν συλλεχθεί ή υφίστανται επεξεργασία κατά παράβαση της προηγούμενης παραγράφου, καταστρέφονται με ευθύνη του υπεύθυνου επεξεργασίας…» (άρθρο 4 υπό τον τίτλο «Χαρακτηριστικά δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα»), δ) «1. Επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα επιτρέπεται μόνον όταν το υποκείμενο των δεδομένων έχει δώσει τη συγκατάθεσή του. 2. Κατ’ εξαίρεση επιτρέπεται η επεξεργασία και χωρίς τη συγκατάθεση, όταν: α) Η επεξεργασία είναι αναγκαία για την εκτέλεση σύμβασης, στην οποία συμβαλλόμενο μέρος είναι υποκείμενο δεδομένων ή για τη λήψη μέτρων κατόπιν αιτήσεως του υποκειμένου κατά το προσυμβατικό στάδιο, β) Η επεξεργασία είναι αναγκαία για την εκπλήρωση υποχρεώσεως του υπεύθυνου επεξεργασίας, η οποία επιβάλλεται από το νόμο, γ) … δ) …, ε) Η επεξεργασία είναι απολύτως αναγκαία για την ικανοποίηση του έννομου συμφέροντος που επιδιώκει ο υπεύθυνος επεξεργασίας ή ο τρίτος ή οι τρίτοι στους οποίους ανακοινώνονται τα δεδομένα και υπό τον όρο ότι τούτο υπερέχει προφανώς των δικαιωμάτων και συμφερόντων των προσώπων στα οποία αναφέρονται τα δεδομένα και δεν θίγονται οι θεμελιώδεις ελευθερίες αυτών. 3. …» (άρθρο 5 υπό τον τίτλο «Προϋποθέσεις επεξεργασίας»), ε) «1. Η επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα είναι απόρρητη. Διεξάγεται αποκλειστικά και μόνο από πρόσωπα που τελούν υπό τον έλεγχο του υπεύθυνου επεξεργασίας ή του εκτελούντος την επεξεργασία και μόνο κατ’ εντολήν του. 2. Για τη διεξαγωγή της επεξεργασίας ο υπεύθυνος επεξεργασίας οφείλει να επιλέγει πρόσωπα με αντίστοιχα επαγγελματικά προσόντα που παρέχουν επαρκείς εγγυήσεις από πλευράς τεχνικών γνώσεων και προσωπικής ακεραιότητας για την τήρηση του απορρήτου. 3. Ο υπεύθυνος επεξεργασίας οφείλει να λαμβάνει τα κατάλληλα οργανωτικά και τεχνικά μέτρα για την ασφάλεια των δεδομένων και την προστασία τους από τυχαία ή αθέμιτη καταστροφή, τυχαία απώλεια, αλλοίωση, απαγορευμένη διάδοση ή πρόσβαση και κάθε άλλη μορφή αθέμιτης επεξεργασίας. Αυτά τα μέτρα πρέπει να εξασφαλίζουν επίπεδο ασφάλειας ανάλογο προς τους κινδύνους που συνεπάγεται η επεξεργασία και η φύση των δεδομένων που είναι Αντικείμενο της επεξεργασίας… 4…» (άρθρο 10 υπό τον τίτλο «Απόρρητο και ασφάλεια της επεξεργασίας»), στ) «1.0 υπεύθυνος επεξεργασίας οφείλει, κατά το στάδιο της συλλογής δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, να ενημερώνει με τρόπο πρόσφορο και σαφή το υποκείμενο για τα εξής τουλάχιστον στοιχεία, α) την ταυτότητά του και την ταυτότητα του τυχόν εκπροσώπου του, β) το σκοπό της επεξεργασίας, γ) τους αποδέκτες ή τις κατηγορίες αποδεκτών των δεδομένων, δ) την ύπαρξη του δικαιώματος πρόσβασης. 2. Εάν για τη συλλογή των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα ο υπεύθυνος επεξεργασίας ζητεί τη συνδρομή του υποκειμένου, οφείλει να το ενημερώνει ειδικώς και εγγράφως για τα στοιχεία της παρ. 1 του παρόντος άρθρου, καθώς και για τα δικαιώματά του, σύμφωνα με το άρθρα 11 έως και 13 του παρόντος νόμου. Με την αυτή ενημέρωση ο υπεύθυνος επεξεργασίας γνωστοποιεί στο υποκείμενο εάν υποχρεούται ή όχι να παράσχει τη συνδρομή του, με βάση ποιες διατάξεις, καθώς και για τις τυχόν συνέπειες της αρνήσεώς του. 3. Εάν τα δεδομένα ανακοινώνονται σε τρίτους, το υποκείμενο ενημερώνεται για την ανακοίνωση πριν από αυτούς» (άρθρο 11 παρ. 1 – 3 υπό τον τίτλο «Δικαίωμα ενημέρωσης»), ζ) «1. Το υποκείμενο των δεδομένων έχει δικαίωμα να προβάλλει οποτεδήποτε αντιρρήσεις για την επεξεργασία δεδομένων που το αφορούν. Οι αντιρρήσεις απευθύνονται εγγράφως στον υπεύθυνο επεξεργασίας και πρέπει να περιέχουν αίτημα για συγκεκριμένη ενέργεια, όπως διόρθωση, προσωρινή μη χρησιμοποίηση, δέσμευση, μη διαβίβαση ή διαγραφή. Ο υπεύθυνος επεξεργασίας έχει την υποχρέωση να απαντήσει εγγράφως επί των αντιρρήσεων μέσα σε αποκλειστική προθεσμία δεκαπέντε (15) ημερών. Στην απάντησή του οφείλει να ενημερώσει το υποκείμενο για τις ενέργειες στις οποίες προέβη ή, ενδεχομένως, για τους λόγους που δεν ικανοποίησε το αίτημα. Η απάντηση σε περίπτωση απόρριψης των αντιρρήσεων πρέπει να κοινοποιείται και στην Αρχή. 2….» (άρθρο 13 υπό τον τίτλο «Δικαίωμα αντίρρησης») και η) «1. Φυσικό πρόσωπο ή νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου, που κατά παράβαση του παρόντος νόμου προκαλεί περιουσιακή βλάβη, υποχρεούται σε πλήρη αποζημίωση. Αν προκάλεσε ηθική βλάβη, υποχρεούται σε χρηματική ικανοποίηση. Η ευθύνη υπάρχει και όταν ο υπόχρεος όφειλε να γνωρίζει την πιθανότητα να επέλθει βλάβη σε άλλον. 2. Η κατά το άρθρο 932 Α.Κ. χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης για παράβαση του παρόντος νόμου ορίζεται κατ’ ελάχιστο στο ποσό των δύο εκατομμυρίων (2.000.000) δραχμών, εκτός αν ζητήθηκε από τον ενάγοντα μικρότερο ποσό ή η παράβαση οφείλεται σε αμέλεια. Η χρηματική αυτή ικανοποίηση επιδικάζεται ανεξαρτήτως από την αιτούμενη αποζημίωση για περιουσιακή βλάβη. 3. …» (άρθρο 23 υπό τον τίτλο «Αστική ευθύνη»). Η προστασία του ατόμου από την επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα κατοχυρώνεται πλέον και σε συνταγματικό επίπεδο από την εισαχθείσα με το Ψήφισμα της 6.4.2001 διάταξη του άρθρου 9Α του Συντάγματος, κατά την οποία «Καθένας έχει δικαίωμα προστασίας από τη συλλογή, επεξεργασία και χρήση, ιδίως με ηλεκτρονικά μέσα, των προσωπικών του δεδομένων, όπως νόμος ορίζει. Η προστασία των προσωπικών δεδομένων διασφαλίζεται από ανεξάρτητη αρχή, που συγκροτείται και λειτουργεί, όπως νόμος ορίζει», η δε διάταξη αυτή λειτουργεί εξισορροπητικώς προς την, ομοίως προστεθείσα δια του από 6.4.2001 Ψηφίσματος, διάταξη του άρθρου 5Α του Συντάγματος, κατά την οποία «1. Καθένας έχει δικαίωμα στην πληροφόρηση, όπως νόμος ορίζει. Περιορισμοί στο δικαίωμα αυτό είναι δυνατόν να επιβληθούν με νόμο μόνο εφόσον είναι απολύτως αναγκαίοι και δικαιολογούνται για λόγους εθνικής ασφάλειας, καταπολέμησης του εγκλήματος ή προστασίας δικαιωμάτων και συμφερόντων τρίτων». Από τον συνδυασμό των προαναφερομένων διατάξεων σαφώς συνάγεται ότι τα στοιχεία της οικονομικής δραστηριότητας ενός φυσικού ή νομικού προσώπου, τα οποία ευρίσκονται, κατ’ αρχήν νομίμως, στην κατοχή πιστωτικού ιδρύματος στο πλαίσιο της μεταξύ τους συμβατικής σχέσης (λ.χ. ανοίγματος τραπεζικού λογαριασμού, δανείου, παροχής πιστώσεως δι’ αλληλόχρεου λογαριασμού), συνιστούν «απλά» και όχι «ευαίσθητα» δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα, καθ’ όσον δεν εντάσσονται σε οποιαδήποτε από τις περιοριστικώς αναφερόμενες κατηγορίες δεδομένων των άρθρων 2 περ. β’ και 7 ν. 2472/1997 (δεδομένα αφορώντα στη φυλετική ή εθνική προέλευση, στα πολιτικά φρονήματα, στις θρησκευτικές ή φιλοσοφικές πεποιθήσεις, στη συμμετοχή σε συνδικαλιστική οργάνωση, στην υγεία, στην κοινωνική πρόνοια και στην ερωτική ζωή, σε ποινικές διώξεις ή καταδίκες και στη συμμετοχή σε συναφείς με τα ανωτέοω ενώσεις προσώπων), το δε πιστωτικό ίδρυμα επέχει θέση «υπευθύνου επεξεργασίας» των εν λόγω «απλών» δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα (ΟλΑΠ 3/2020 ΝΟΜΟΣ). Περαιτέρω, στο πλαίσιο του, κατά τα προεκτιθέμενα, σκοπουμένου συγκερασμού αφ’ ενός μεν της προστασίας του ατόμου από την επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα (άρθρο 9Α του Συντάγματος), αφ’ ετέρου δε της διασφάλισης της ελεύθερης κυκλοφορίας και χρήσης τους (άρθρο 5Α του Συντάγματος), η νομιμότητα της επεξεργασίας των εν λόγω δεδομένων προϋποθέτει, μεταξύ άλλων: α) την ακρίβεια και επικαιρότητα των δεδομένων, β) την εκ μέρους του υπευθύνου επεξεργασίας ενημέρωση του υποκειμένου και γ) τη συγκατάθεση του υποκειμένου για την επεξεργασία των δεδομένων, εκτός των περιπτώσεων, οι οποίες εξαιρούνται από την υποχρέωση συγκατάθεσης κατά τη διάταξη του άρθρου 5 παρ. 2 ν. 2472/1997. Ειδικότερα, η προπαρατεθείσα διάταξη του άρθρου 11 ν. 2472/1997 καθιερώνει βασική υποχρέωση του υπευθύνου επεξεργασίας με αντικείμενο την ενημέρωση του υποκειμένου των προσωπικών δεδομένων αναφορικώς με την επεξεργασία των εν λόγω δεδομένων με σαφή και πρόσφορο τρόπο, ιδίως ως προς τα στοιχεία της ταυτότητάς του και της ταυτότητας του τυχόν εκπροσώπου του, τον σκοπό της επεξεργασίας, τους αποδέκτες ή τις κατηγορίες αποδεκτών των δεδομένων και την ύπαρξη του δικαιώματος του υποκειμένου για πρόσβαση αυτού σε πληροφορίες σχετικές με την επεξεργασία των δεδομένων του. Η ενημέρωση, όταν τα δεδομένα συλλέγονται απ’ ευθείας από το υποκείμενο αυτών, πραγματοποιείται κατά τη συλλογή τους, χωρεί δε εγγράφως και δύναται να περιλαμβάνεται και σε έντυπο αίτησης, με την οποία το υποκείμενο δηλώνει για συγκεκριμένο σκοπό τα προσωπικά του δεδομένα. Ταυτοχρόνους, η ενημέρωση αποτελεί και δικαίωμα του υποκειμένου των δεδομένων, το οποίο προστατεύεται κατά την προπαρατεθείσα διάταξη του άρθρου 12 ν. 2472/1997. Η υποχρέωση του υπευθύνου επεξεργασίας προς ενημέρωση και το αντίστοιχο δικαίωμα του υποκειμένου των δεδομένων αποσκοπούν αφ’ ενός μεν στη διατύπωση ελεύθερης, ρητής, ειδικής και εν πλήρει επιγνώσει δήλωσης βουλήσεως του υποκειμένου των δεδομένων για παροχή της συγκατάθεσής του να αποτελέσουν αυτά αντικείμενο επεξεργασίας, όπως αξιώνεται από τις προπαρατεθείσες διατάξεις των άρθρων 2 περ. ια’ και 5 παρ. 1 ν. 2472/1997, και για το λόγο αυτό, άλλωστε, πρέπει να προηγείται της συγκατάθεσης, αφ’ ετέρου δε στην αποτελεσματική άσκηση των δικαιωμάτων του υποκειμένου: α) για πρόσβαση στις πληροφορίες τις σχετικές με την επεξεργασία των προσωπικών του δεδομένων, ήτοι τη συλλογή και τον τρόπο αυτής, τον σκοπό της επεξεργασίας, τους αποδέκτες ή τις κατηγορίες των αποδεκτών, την εξέλιξη της επεξεργασίας, τις μεταβολές και τις διορθώσεις των δεδομένων, την τυχόν κοινοποίηση σε τρίτους των δεδομένων, την ικανοποίηση από πλευράς του υπευθύνου επεξεργασίας σχετικής αίτησής του εντός των οριζομένων προθεσμιών και τη δυνατότητα του υποκειμένου να προσφύγει στην αρμόδια Αρχή προς ικανοποίηση του αιτήματος του, κατά τα οριζόμενα στη διάταξη του άρθρου 12 ν. 2472/1997 και β) για την προβολή αντίρρησης κατά την προπαρατεθείσα διάταξη του άρθρου 13 ν. 2472/1997, δηλαδή του δικαιώματος του υποκειμένου των δεδομένων να προβάλει οποτεδήποτε στον υπεύθυνο επεξεργασίας έγγραφες αντιρρήσεις αναφορικώς με την επεξεργασία των αφορώντων αυτό δεδομένων και να ζητήσει συγκεκριμένη ενέργεια, όπως, ενδεικτικώς, τη διόρθωση, την προσωρινή μη χρησιμοποίηση, τη δέσμευση, τη μη διαβίβαση ή τη διαγραφή των εν λόγω δεδομένων. Ειδικότερα, καθόσον αφορά στο στοιχείο της ενημέρωσης για τους αποδέκτες των δεδομένων, ο υπεύθυνος επεξεργασίας υποχρεούται να ενημερώνει το υποκείμενο είτε ως προς το συγκεκριμένο πρόσωπο του αποδέκτη, του οποίου θα προκύπτει κατά τον τρόπο αυτό η ταυτότητα, είτε, κατά ρητή αναφορά του Νόμου, ως προς την κατηγορία των αποδεκτών, οπότε, στην τελευταία αυτή περίπτωση, δεν προσδιορίζεται κάθε πρόσωπο της κατηγορίας, ώστε να προκύπτει η ταυτότητά του. Η απαιτουμένη κατά τη διάταξη του άρθρου 11 παρ. 1 περ. γ’ του ν. 2472/1997 για τη νομιμότητα της επεξεργασίας των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, προϋπόθεση της ενημέρωσης του υποκειμένου των εν λόγω δεδομένων πληρούται από την αναφορά της κατηγορίας των αποδεκτών των δεδομένων, όπως ρητώς αναφέρεται στην εν λόγω διάταξη. Τέλος, η παραβίαση των προπαρατεθεισών διατάξεων του ν. 2472/1997 ενεργοποιεί τις διατάξεις του άρθρου 23 αυτού και του ταυταρίθμου άρθρου της Οδηγίας 95/46/ΕΚ, από τις οποίες, σε συνδυασμό με τις αναλόγως εφαρμοζόμενες διατάξεις των άρθρων 57, 59, 299 και 932 ΑΚ, συνάγεται ότι σε περίπτωση καθ’ ην ο υπεύθυνος επεξεργασίας προκαλεί ηθική βλάβη στο υποκείμενο των δεδομένων, η ευθύνη του πρώτου είναι νόθος αντικειμενική και προϋποθέτει: α) συμπεριφορά (πράξη ή παράλειψη), η οποία συνιστά παραβίαση των διατάξεων του ν. 2472/1997 ή (και) των κατ’ εξουσιοδότηση αυτού εκδοθεισών κανονιστικών πράξεων της Αρχής Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα, β) ηθική βλάβη, γ) αιτιώδη σύνδεσμο μεταξύ της συμπεριφοράς του υπευθύνου επεξεργασίας και της ηθικής βλάβης και δ)υπαιτιότητα, ήτοι γνώση ή υπαίτια άγνοια τόσο των συνιστώντων την παράβαση περιστατικών, όσο και της πιθανότητας προκλήσεως ηθικής βλάβης. Η ύπαρξη υπαιτιότητας τεκμαίρεται και ως εκ τούτου ο υπεύθυνος επεξεργασίας, προκειμένου να απαλλαγεί από την ευθύνη του, φέρει το βάρος να αποδείξει ότι ανυπαιτίως αγνοούσε τα θεμελιωτικά του πταίσματος πραγματικά γεγονότα, κατά τα προβλεπόμενα από τη διάταξη του άρθρου 23 παρ. 2 της ως άνω Οδηγίας, η οποία ορίζει ότι ο υπεύθυνος επεξεργασίας δύναται να απαλλαγεί εν όλω εν μέρει της ευθύνης, εάν αποδείξει ότι δεν ευθύνεται για το ζημιογόνο γεγονός (ΑΠ 860/2022 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 186/2020 ΝοΒ 68.1269, ΑΠ 171/2019 ΕΕμπΔ 2019.702). Την 25.05.2018 τέθηκε σε εφαρμογή (ισχύων από την εικοστή ημέρα της δημοσίευσής του στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης – άρθρο 99 παρ. 1 και 2) ο Κανονισμός (ΕΕ) 2016/679 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 27.4.2016 «Για την προστασία των φυσικών προσώπων έναντι της επεξεργασίας των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και για την ελεύθερη κυκλοφορία των δεδομένων αυτών και την κατάργηση της οδηγίας 95/46/ΕΚ (Γενικός Κανονισμός για την Προστασία Δεδομένων)», ο οποίος κατά τη διάταξη του άρθρου 288 της Συνθήκης για τη Λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης (πρώην άρθρο 249 της Συνθήκης Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων) και κατά την παρ, 3 του άρθρου 99 αυτού είναι δεσμευτικός και έχει άμεση και γενική ισχύ σε όλα τα κράτη – μέλη, προβλέπει δε, μεταξύ άλλων, τα εξής: α) «Για τους σκοπούς του παρόντος κανονισμού νοούνται ως: 1) «δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα»: κάθε πληροφορία που αφορά ταυτοποιημένο ή ταυτοποιήσιμο φυσικό πρόσωπο («υποκείμενο των δεδομένων»)…, 2) «επεξεργασία»: κάθε πράξη ή σειρά πράξεων που πραγματοποιείται με ή χωρίς τη χρήση αυτοματοποιημένων μέσων, σε δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα ή σε σύνολα δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, όπως η συλλογή, η καταχώριση, η οργάνωση, η διάρθρωση, η αποθήκευση, η προσαρμογή ή η μεταβολή, η ανάκτηση, η αναζήτηση πληροφοριών, η χρήση, η κοινολόγηση με διαβίβαση, η διάδοση ή κάθε άλλη μορφή διάθεσης, η συσχέτιση ή ο συνδυασμός, ο περιορισμός, η διαγραφή ή η καταστροφή, 3) «περιορισμός της επεξεργασίας»: η επισήμανση αποθηκευμένων δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα με στόχο τον περιορισμό της επεξεργασίας τους στο μέλλον, 4)…, 5) 6) «σύστημα αρχειοθέτησης»: κάθε διαρθρωμένο σύνολο δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα τα οποία είναι προσβάσιμα με γνώμονα συγκεκριμένα κριτήρια, είτε το σύνολο αυτό είναι συγκεντρωμένο είτε αποκεντρωμένο είτε κατανεμημένο σε λειτουργική ή γεωγραφική βάση, 7) «υπεύθυνος επεξεργασίας»: το φυσικό ή νομικό πρόσωπο, η δημόσια αρχή, η υπηρεσία ή άλλος φορέας που, μόνα ή από κοινού με άλλα, καθορίζουν τους σκοπούς και τον τρόπο της επεξεργασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα. Όταν οι σκοποί και ο τρόπος της επεξεργασίας αυτής καθορίζονται από το δίκαιο της Ένωσης ή το δίκαιο κράτους μέλους, ο υπεύθυνος επεξεργασίας ή τα ειδικά κριτήρια για τον διορισμό του μπορούν να προβλέπονται από το δίκαιο της Ένωσης ή το δίκαιο κράτους μέλους, 8) «εκτελών την επεξεργασία»; το φυσικό ή νομικό πρόσωπο, η δημόσια αρχή, η υπηρεσία ή άλλος φορέας που επεξεργάζεται δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα για λογαριασμό του υπευθύνου της επεξεργασίας, 9) «αποδέκτης»: το φυσικό ή νομικό πρόσωπο, η δημόσια αρχή, η υπηρεσία ή άλλος φορέας, στα οποία κοινολογούνται τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα, είτε πρόκειται για τρίτον είτε όχι. Ωστόσο, οι δημόσιες αρχές που ενδέχεται να λάβουν δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα στο πλαίσιο συγκεκριμένης έρευνας σύμφωνα με το δίκαιο της Ένωσης ή κράτους μέλους δεν θεωρούνται ως αποδέκτες. Η επεξεργασία των δεδομένων αυτών από τις εν λόγω δημόσιες αρχές πραγματοποιείται σύμφωνα με τους ισχύοντες κανόνες προστασίας των δεδομένων ανάλογα με τους σκοπούς της επεξεργασίας, 10) «τρίτος»: οποιοδήποτε φυσικό ή νομικό πρόσωπο, δημόσια αρχή, υπηρεσία ή φορέας, με εξαίρεση το υποκείμενο των δεδομένων, τον υπεύθυνο επεξεργασίας, τον εκτελούντα την επεξεργασία και τα πρόσωπα τα οποία, υπό την άμεση εποπτεία του υπευθύνου επεξεργασίας ή του εκτελούντος την επεξεργασία, είναι εξουσιοδοτημένα να επεξεργάζονται τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα, 11) «συγκατάθεση» του υποκειμένου των δεδομένων: κάθε ένδειξη βουλήσεως, ελεύθερη, συγκεκριμένη, ρητή και εν πλήρει επιγνώσει, με την οποία το υποκείμενο των δεδομένων εκδηλώνει ότι συμφωνεί, με δήλωση ή με σαφή θετική ενέργεια, να αποτελέσουν αντικείμενο επεξεργασίας τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα που το αφορούν, 12) «παραβίαση δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα»: η παραβίαση της ασφάλειας που οδηγεί σε τυχαία ή παράνομη καταστροφή, απώλεια, μεταβολή, άνευ άδειας κοινολόγηση ή πρόσβαση δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα που διαβιβάστηκαν, αποθηκεύτηκαν ή υποβλήθηκαν κατ’ άλλο τρόπο σε επεξεργασία, 13)…, 14) …, 15) 16) , 17) , 18) 19) 20) 21) 22) , 23) …, 24) …, 25) …, 26) …» (άρθρο 4 υπό τον τίτλο «Ορισμοί»), β) «1. Η επεξεργασία είναι σύννομη μόνο εάν και εφόσον ισχύει τουλάχιστον μία από τις ακόλουθες προϋποθέσεις: α) το υποκείμενο των δεδομένων έχει συναινέσει στην επεξεργασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα του για έναν ή περισσότερους συγκεκριμένους σκοπούς, β) η επεξεργασία είναι απαραίτητη για την εκτέλεση σύμβασης της οποίας το υποκείμενο των δεδομένων είναι συμβαλλόμενο μέρος ή για να ληφθούν μέτρα κατ’ αίτηση του υποκειμένου των δεδομένων πριν από τη σύναψη σύμβασης, γ) η επεξεργασία είναι απαραίτητη για τη συμμόρφωση με έννομη υποχρέωση του υπευθύνου επεξεργασίας, δ) η επεξεργασία είναι απαραίτητη για τη διαφύλαξη ζωτικού συμφέροντος του υποκειμένου των δεδομένων ή άλλου φυσικού προσώπου, ε) η επεξεργασία είναι απαραίτητη για την εκπλήρωση καθήκοντος που εκτελείται προς το δημόσιο συμφέρον ή κατά την άσκηση δημόσιας εξουσίας που έχει ανατεθεί στον υπεύθυνο επεξεργασίας, στ) η επεξεργασία είναι απαραίτητη για τους σκοπούς των έννομων συμφερόντων που επιδιώκει ο υπεύθυνος επεξεργασίας ή τρίτος, εκτός εάν έναντι των συμφερόντων αυτών υπερισχύει το συμφέρον ή τα θεμελιώδη δικαιώματα και οι ελευθερίες του υποκειμένου των δεδομένων που επιβάλλουν την προστασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, ιδίως εάν το υποκείμενο των δεδομένων είναι παιδί. Το στοιχείο στ) του πρώτου εδαφίου δεν εφαρμόζεται στην επεξεργασία που διενεργείται από δημόσιες αρχές κατά την άσκηση των καθηκόντων τους…» (άρθρο 6 παρ. 1 οπό τον τίτλο «Νομιμότητα της επεξεργασίας»), γ) «1. Όταν η επεξεργασία βασίζεται σε συγκατάθεση, ο υπεύθυνος επεξεργασίας είναι σε θέση να αποδείξει ότι το υποκείμενο των δεδομένων συγκατατέθηκε για την επεξεργασία των δεδομένων του προσωπικού χαρακτήρα. 2. Εάν η συγκατάθεση του υποκειμένου των δεδομένων παρέχεται στο πλαίσιο γραπτής δήλωσης η οποία αφορά και άλλα θέματα, το αίτημα για συγκατάθεση υποβάλλεται κατά τρόπο ώστε να είναι σαφώς διακριτό από τα άλλα θέματα, σε κατανοητή και εύκολα προσβάσιμη μορφή, χρησιμοποιώντας σαφή και απλή διατύπωση. Κάθε τμήμα της δήλωσης αυτής το οποίο συνιστά παράβαση του παρόντος κανονισμού δεν είναι δεσμευτικό. 3. Το υποκείμενο των δεδομένων έχει δικαίωμα να ανακαλέσει τη συγκατάθεσή του ανά πάσα στιγμή. Η ανάκληση της συγκατάθεσης δεν θίγει τη νομιμότητα της επεξεργασίας που βασίστηκε στη συγκατάθεση προ της ανάκλησής της. Πριν την παροχή της συγκατάθεσης, το υποκείμενο των δεδομένων ενημερώνεται σχετικά. Η ανάκληση της συγκατάθεσης είναι εξίσου εύκολη με την παροχή της. 4. Κατά την εκτίμηση κατά πόσο η συγκατάθεση δίνεται ελεύθερα, λαμβάνεται ιδιαιτέρως υπόψη κατά πόσο, μεταξύ άλλων, για την εκτέλεση σύμβασης, συμπεριλαμβανομένης της παροχής μιας υπηρεσίας, τίθεται ως προϋπόθεση η συγκατάθεση στην επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα που δεν είναι αναγκαία για την εκτέλεση της εν λόγω σύμβασης» (άρθρο 7 υπό τον τίτλο «Προϋποθέσεις για συγκατάθεση»), δ) «1. Απαγορεύεται η επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα που αποκαλύπτουν τη φυλετική ή εθνοτική καταγωγή, τα πολιτικά φρονήματα, τις θρησκευτικές ή φιλοσοφικές πεποιθήσεις ή τη συμμετοχή σε συνδικαλιστική οργάνωση, καθώς και η επεξεργασία γενετικών δεδομένων, βιομετρικών δεδομένων με σκοπό την αδιαμφισβήτητη ταυτοποίηση προσώπου, δεδομένων που αφορούν την υγεία ή δεδομένων που αφορούν τη σεξουαλική ζωή φυσικού προσώπου ή τον γενετήσιο προσανατολισμό. 2. Η παράγραφος 1 δεν εφαρμόζεται στις ακόλουθες περιπτώσεις: α) …, β) …, γ) …, δ) …, ε) …, στ) …, ζ) …, η) …, θ) …. ή ι) …. 3 4. …» (άρθρο 9 υπό τον τίτλο «Επεξεργασία ειδικών κατηγοριών δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα»), ε) «1. Το υποκείμενο των δεδομένων δικαιούται να αντιτάσσεται, ανά πάσα στιγμή και για λόγους που σχετίζονται με την ιδιαίτερη κατάστασή του, στην επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα που το αφορούν, η οποία βασίζεται στο άρθρο 6 παράγραφος 1 στοιχείο ε) ή στ), περιλαμβανομένης της κατάρτισης προφίλ βάσει των εν λόγω διατάξεων. Ο υπεύθυνος επεξεργασίας δεν υποβάλλει πλέον τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα σε επεξεργασία, εκτός εάν ο υπεύθυνος επεξεργασίας καταδείξει επιτακτικούς και νόμιμους λόγους για την επεξεργασία οι οποίοι υπερισχύουν των συμφερόντων, των δικαιωμάτων και των ελευθεριών του υποκειμένου των δεδομένων ή για τη θεμελίωση, άσκηση ή υποστήριξη νομικών αξιώσεων» (άρθρο 21 παρ. 1 υπό τον τίτλο «Δικαίωμα εναντίωσης»), στ) «1. Κάθε πρόσωπο το οποίο υπέστη υλική ή μη υλική ζημία ως αποτέλεσμα παραβίασης του παρόντος κανονισμού δικαιούται αποζημίωση από τον υπεύθυνο επεξεργασίας ή τον εκτελούντα την επεξεργασία για τη ζημία που υπέστη. 2. Κάθε υπεύθυνος επεξεργασίας που συμμετέχει στην επεξεργασία είναι υπεύθυνος για τη ζημία που προκάλεσε η εκ μέρους του επεξεργασία που παραβαίνει τον παρόντα κανονισμό. Ο εκτελών την επεξεργασία ευθύνεται για τη ζημία που προκάλεσε η επεξεργασία μόνο εφόσον δεν ανταποκρίθηκε στις υποχρεώσεις του παρόντος κανονισμού που αφορούν ειδικότερα τους εκτελούντες την επεξεργασία ή υπερέβη ή ενήργησε αντίθετα προς τις νόμιμες εντολές του υπευθύνου επεξεργασίας. 3. Ο υπεύθυνος επεξεργασίας ή ο εκτελών την επεξεργασία απαλλάσσεται από την ευθύνη που έχουν δυνάμει της παραγράφου 2, εάν αποδεικνύει ότι δεν φέρει καμία ευθύνη για το γενεσιουργό γεγονός της ζημίας. 4. Εάν περισσότεροι του ενός υπεύθυνοι επεξεργασίας ή εκτελούντες την επεξεργασία ή αμφότεροι ο υπεύθυνος επεξεργασίας και ο εκτελών την επεξεργασία εμπλέκονται στην ίδια επεξεργασία και, εάν δυνάμει των παραγράφων 2 και 3 είναι υπεύθυνοι για τυχόν ζημία που προκάλεσε η επεξεργασία, κάθε υπεύθυνος επεξεργασίας ή εκτελών την επεξεργασία ευθύνεται για τη συνολική ζημία, προκειμένου να διασφαλιστεί αποτελεσματική αποζημίωση του υποκειμένου των δεδομένων. 5. Εάν ο υπεύθυνος επεξεργασίας ή ο εκτελών την επεξεργασία έχει καταβάλει, σύμφωνα με την παράγραφο 4, πλήρη αποζημίωση για τη ζημία που προκάλεσε, ο εν λόγω υπεύθυνος ή εκτελών την επεξεργασία δικαιούται να ζητήσει από τους άλλους υπευθύνους επεξεργασίας ή εκτελούντες την επεξεργασία που εμπλέκονται στην ίδια επεξεργασία την ανάκτηση μέρους της αποζημίωσης που αντιστοιχεί στο μέρος της ευθύνης τους λόγω της ζημίας που προκλήθηκε σύμφωνα με τις προϋποθέσεις της παραγράφου 2. 6. Οι δικαστικές διαδικασίες για την άσκηση του δικαιώματος αποζημίωσης υποβάλλονται ενώπιον των αρμόδιων δικαστηρίων δυνάμει του δικαίου του κράτους μέλους που αναφέρεται στο άρθρο 79 παράγραφος 2» (άρθρο 82 υπό τον τίτλο «Δικαίωμα αποζημίωσης και ευθύνη»). Τέλος, ο ν. 2472/1997 καταργήθηκε (πλην συγκεκριμένων διατάξεών του) από την 29.8.2019 με το άρθρο 84 ν. 4624/2019 «Αρχή Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα, μέτρα εφαρμογής του Κανονισμού (ΕΕ) 2016/679 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 27^ Απριλίου 2016 για την προστασία των φυσικών προσώπων έναντι της επεξεργασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και ενσωμάτωση στην εθνική νομοθεσία της Οδηγίας (ΕΕ) 2016/680 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 27ης Απριλίου 2016 και άλλες διατάξεις» (ΦΕΚ Α’ 137/29.08.2019). Η διάταξη του άρθρου 25 του Νόμου αυτού (υπό τον τίτλο «Επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα για άλλους σκοπούς από ιδιωτικούς φορείς») προβλέπει ότι «1. Η επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα από ιδιωτικούς φορείς για σκοπό διαφορετικό από αυτόν για τον οποίο έχουν συλλεχθεί, επιτρέπεται, εφόσον είναι απαραίτητη: α) για την αποτροπή απειλών κατά της εθνικής ασφάλειας ή της δημόσιας ασφάλειας κατόπιν αιτήματος δημόσιου φορέα- ή β) για τη δίωξη ποινικών αδικημάτων ή γ) για τη θεμελίωση, άσκηση ή υποστήριξη νομικών αξιώσεων, εκτός και εάν υπερτερεί το συμφέρον του υποκειμένου των δεδομένων να μην τύχουν επεξεργασίας τα δεδομένα αυτά. 2. Η επεξεργασία ειδικών κατηγοριών δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, όπως αυτά αναφέρονται στο άρθρο 9 παράγραφος 1 του ΓΚΠΔ, για σκοπό διαφορετικό από αυτόν για τον οποίο έχουν συλλεχθεί, επιτρέπεται, εφόσον πληρούνται οι προϋποθέσεις της προηγούμενης παραγράφου και εφαρμόζεται μία από τις προβλεπόμενες στο άρθρο 9 παράγραφος 2 του ΓΚΠΔ εξαιρέσεις ή το άρθρο 22 του παρόντος». Από το συνδυασμό των προαναφερομένων διατάξεων τόσο του προϊσχύσαντος ν. 2472/1997, όσο και των ήδη ισχυόντων Κανονισμού Κανονισμός (ΕΕ) 2016/679 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 27.4.2016 και ν. 4624/2019 συνάγεται ότι τα πιστωτικά ιδρύματα έχουν τη ιδιότητα του «υπευθύνου επεξεργασίας» των («απλών», κατά τα προεκτιθέμενα) δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα των συναλλασσομένων με αυτές προσώπων, τα οποία αφορούν στην οικονομική δραστηριότητα και φερεγγυότητα αυτών, «επεξεργασία» δε των δεδομένων αυτών αποτελούν, μεταξύ άλλων, η οιασδήποτε φύσεως «καταχώριση», η «διατήρηση σε φυσική ή ηλεκτρονική μορφή» και η «διάθεση» των στοιχείων αυτών προς τρίτους (είτε προς περαιτέρω επεξεργασία είτε προς κοινοποίηση σε ευρύτερο κύκλο μη προσδιοριζόμενων εκ των προτέρων προσώπων με σκοπό την ενημέρωσή τους για τη διαμόρφωση της δικής τους συναλλακτικής συμπεριφοράς), με συνέπεια να απαιτείται κατ’ αρχήν, δηλαδή εφόσον δεν συντρέχει εξαιρετική περίπτωση, η προβλεπόμενη από τις ανωτέρω αναφερόμενες διατάξεις, προηγουμένη συναίνεση των υποκειμένων των δεδομένων – συναλλασσομένων για την εν λόγω επεξεργασία, η οποία αποτελεί αναγκαία προϋπόθεση της δυνατότητας άσκησης – υπό το καθεστώς ισχύος του ν. 2472/1997 – των δικαιωμάτων ενημέρωσης, πρόσβασης και αντίρρησης ή – υπό το καθεστώς ισχύος του Κανονισμού Κανονισμός (ΕΕ) 2016/679 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 27.4.2016 και του Ν. 4624/2019 – των δικαιωμάτων πρόσβασης, διόρθωσης, διαγραφής, περιορισμού της επεξεργασίας και εναντίωσης. Επομένως, η μη διασφάλιση εκ μέρους του υπευθύνου της επεξεργασίας των δεδομένων οικονομικής δραστηριότητας (εν προκειμένω του πιστωτικού ιδρύματος) της ακώλυτης και πλήρους δυνατότητας άσκησης των ως άνω δικαιωμάτων εκ μέρους του υποκειμένου των δεδομένων αυτών (εν προκειμένω του συναλλασσομένου ή του φερομένου ως συναλλασσομένου με το πιστωτικό ίδρυμα) παρέχει, υπό τη συνδρομή των λοιπών προϋποθέσεων του εκάστοτε ισχύοντος εσωτερικού ουσιαστικού δικαίου, στο υποκείμενο των δεδομένων δικαίωμα αποκατάστασης της τυχόν προκληθείσας σε αυτό περιουσιακής ζημίας ή ηθικής βλάβης, κατά τις προπαρατεθείσες διατάξεις (ΕφΑθ 62/2024 ΝΟΜΟΣ).
Από όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα, τα οποία με νόμιμη επίκληση προσκομίζουν οι διάδικοι στην παρούσα έκκλητη δίκη και που λαμβάνονται υπόψη είτε για άμεση απόδειξη είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, ορισμένα εκ των οποίων (εγγράφων) ειδικώς κατωτέρω αναφέρονται χωρίς όμως να παραλείπεται κανένα για την ουσιαστική διάγνωση της διαφοράς και χωρίς η ρητή αναφορά ορισμένων να προσδίδει σ’ αυτά αυξημένη αποδεικτική δύναμη σε σχέση με τα λοιπά έγγραφα για τα οποία δεν γίνεται ειδική μνεία, αφού όλα είναι ισοδύναμα και όλα ανεξαιρέτως συνεκτιμώνται για την εκφορά της δικαστικής κρίσης (ΑΠ 1628/2003 ΕλλΔνη 2004.723, ΑΠ 1068/2002 ΑρχΝ 2004.70), από τις υπ’ αριθμ. 773/15.12.2022 και 774/15.12.2022 ένορκες βεβαιώσεις των μαρτύρων Μ.Χ και Γ.Μ, αντίστοιχα, ενώπιον της Ειρηνοδίκη Άρτας, τις υπ’ αριθμ. ,, , , , και /16.12.2022 ένορκες βεβαιώσεις των μαρτύρων Π.Σ, Κ.Κ., Π.Π.και Μ.Σ., αντίστοιχα, ενώπιον της Ειρηνοδίκη Πρέβεζας που όλες ελήφθησαν με επιμέλεια των εναγόντων μετά από νόμιμη κλήτευση της αντιδίκου της πριν από τουλάχιστον δύο εργάσιμες ημέρες (βλ. την υπ’ αριθμ. /01.08.2022 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Εφετείου Αθηνών, με έδρα το Πρωτοδικείο Αθηνών, Ν.Γ), καθώς και από τις ομολογίες που συνάγονται από τα δικόγραφα των διαδίκων, αποδεικνύονται τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Οι ενάγοντες είναι αδέλφια, μέτοχοι της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία «ΚΤΕΛ Ν. ΠΡΕΒΕΖΑΣ Α.Ε.» και συγκύριοι εξ αδιαιρέτου ιδανικών μεριδίων τριών λεωφορείων ο πρώτος και τεσσάρων λεωφορείων ο δεύτερος. Στις 27.01.2011 ο πρώτος εξ αυτών μετέβη στο υποκατάστημα Φιλιππιάδας της τότε «ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε.» [της οποίας καθολική διάδοχος είναι η εναγομένη, λόγω συγχώνευσης με απορρόφηση της πρώτης από τη δεύτερη δυνάμει της υπ’ αριθμ. Κ2-4580/28.06.2013 εγκριτικής απόφασης του Υπουργού Ανάπτυξης και Ανταγωνιστικότητας, μετά δε τη διάσπαση της εναγομένης (διασπώμενης) με απόσχιση του κλάδου τραπεζικής δραστηριότητας και εισφοράς του στη νεοσυσταθείσα εταιρεία – πιστωτικό ίδρυμα (επωφελούμενη), εγκριθείσας της διάσπασης με την υπ’ αριθμ. Πρωτ. 45.089/16.04.2021 απόφαση του Υπουργού Ανάπτυξης, που καταχωρίστηκε στο Γ.Ε.ΜΗ. και δημοσιεύθηκε νόμιμα, η τελευταία (ήδη εκκαλούσα – εφεσίβλητη) κατέστη καθολική διάδοχος της διασπώμενης (εναγόμενης)], όπου εντελώς συμπτωματικά προστηθείς υπάλληλός της τον ενημέρωσε ότι από κοινού με τον αδελφό του και τον Δ.Β., επίσης λεωφορειούχο και συνέταιρό τους, οφείλουν στην τράπεζα ποσά εκατοντάδων χιλιάδων ευρώ, ως πρωτοφειλέτες και εγγυητές σε δάνειο που είχε συναφθεί στο υποκατάστημα της εναγομένης στην Πρέβεζα. Αφού ενημερώθηκε σχετικά και ο δεύτερος ενάγων, αμφότεροι απευθύνθηκαν στο υποκατάστημα της «ΤΡΑΠΕΖΑΣ» στην Πρέβεζα ζητώντας να τους χορηγηθούν τα έγγραφα από τα οποίο προέκυπτε η προς αυτήν οφειλή τους. Σε απάντηση της από 27.01.2011 αίτησης και της από 16.02.2011 εξώδικης πρόσκλησης – διαμαρτυρίας τους η τράπεζα τους απέστειλε την από 01.03.2011 εξώδικη απάντησή της, στην οποία επισύναπτε φωτοαντίγραφα α) του με αριθμό /17.08.2004 ειδικού πληρεξουσίου της συμβολαιογράφου Πρέβεζας Ε.Β, με το οποίο φέρονταν οι ενάγοντες να παρέχουν προς τον Δ.Β. του Μ. την εντολή και το δικαίωμα «να παραστεί και να αντιπροσωπεύσει αυτούς στην Τράπεζα της Ελλάδος (κατάστημα Πρεβέζης) και να παραλάβει επιταγή ποσού 238.300,00 ευρώ, που εκδόθηκε στο όνομα των εντολέων και του εντολοδόχου και να εισπράξει το πιο πάνω ποσό της επιταγής υπογράφοντας κάθε σχετικό έγγραφο, όπως απόδειξη, εξόφληση κλπ…», β) της υπ’ αριθμ. /18.08.2004 σύμβασης πίστωσης με ανοικτό λογαριασμό, που φέρεται ότι συνήφθη μεταξύ της ανωτέρω τραπεζικής εταιρείας αφενός και των εναγόντων και του Δ.Β αφετέρου, ως πιστούχων και εγγυητών, με την οποία η τράπεζα τους πίστωση ποσού 300.000,00 ευρώ, με τους εκεί όρους και συμφωνίες, γ) το με αριθμό /18.08.2004 πρόσθετο σύμφωνο σύμβασης πίστωσης με ανοικτό λογαριασμό, με το οποίο οι συμβαλλόμενοι πιστούχοι φέρονται να δηλώνουν ότι εισέπραξαν αυθημερόν από την τράπεζα το ποσό των 238.000,00 ευρώ, δ) την από 18.08.2004 πρόσθετη πράξη σύμβασης ανοικτού λογαριασμού, με την οποία οι πιστούχοι φέρονται να δηλώνουν ότι σκοπός του δανείου των 238.000,00 ευρώ είναι η αγορά του με αριθμό κυκλοφορίας ΡΖΕ λεωφορείου του ΚΤΕΛ Ν. ΠΡΕΒΕΖΑΣ, ε) την από 18.08.2004 σύμβαση εκχώρησης λόγω ενεχύρου, με την οποία οι ενάγοντες και ο Δ.Β φέρονται να εκχωρούν προς τη δανείστρια τράπεζα, λόγω ενεχύρου, όλες τις απαιτήσεις του από το ΚΤΕΛ ΠΡΕΒΕΖΑΣ, που αφορούσαν την εκμετάλλευση του υπ’ αριθμ. ΡΖΕ υπεραστικού λεωφορείου, στ) τις υπ’ αριθμ. , , , και /20.08.2004 εκθέσεις επίδοσης της σύμβασης εκχώρησης προς τον διευθυντή του υποκαταστήματος Πρέβεζας της ΤΡΑΠΕΖΑΣ, τον Δ.Β. και τους ενάγοντες, αντίστοιχα, για λογαριασμό των οποίων την παρέλαβε ως πληρεξούσιός τους ο Δ.Β. Οι ενάγοντες, γνωρίζοντας ότι ουδέποτε είχαν υπογράψει τις ανωτέρω συμβάσεις και το υπ’ αριθμ. /17.08.2004 ειδικό πληρεξούσιο, άσκησαν κατά της «_ ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε.» και του Δ.Β, ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πρέβεζας, την υπ’ αριθμ. έκθ. κατάθεσης /18.05.2011 αγωγή τους, με αίτημα την αναγνώριση της ακυρότητας των προμνημονευομένων εγγράφων λόγω πλαστότητας, κατονομάζοντας ως πλαστογράφο τον Δ.Β. Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η με αριθμό 44/2012 απόφαση του εν λόγω Δικαστηρίου, που κατέστη αμετάκλητη λόγω μη άσκησης ενδίκων μέσων από τους εναγομένους, με την οποία έγινε δεκτή η αγωγή ως ουσιαστικά βάσιμη και αναγνωρίστηκε με ισχύ δεδικασμένου η ακυρότητα όλων των επίδικων συμβάσεων που φέρονται να υπέγραψαν οι ενάγοντες, καθώς και του υπ’ αριθμ. /17.08.2004 συμβολαιογραφικού πληρεξουσίου της συμβολαιογράφου Πρέβεζας Ε.Β. Εξάλλου, οι ενάγοντες άσκησαν ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πρέβεζας την από 01.10.2012 αγωγή τους, με την οποία ζητούσαν να υποχρεωθεί η εναγόμενη τράπεζα, εις ολόκληρον με τον Δ.Β, να τους καταβάλει χρηματική ικανοποίηση λόγω της ηθικής βλάβης που υπέστησαν από την τελεσθείσα σε βάρος τους αδικοπραξία και συγκεκριμένα εξαιτίας της υπαίτιας και παράνομης συμπεριφοράς των προστηθέντων υπαλλήλων της, οι οποίοι κατά τα εκτιθέμενα στην αγωγή τελούσαν σε γνώση της πλαστογράφησης των επίμαχων εγγράφων από τον Δ.Β. και τον συνέδραμαν κατά την κατάρτιση των συμβάσεων ανοικτού λογαριασμού και εκχώρησης. Η αγωγή αυτή έγινε πρωτοδίκως δεκτή με την υπ’ αριθμ. 188/2014 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πρέβεζας, ωστόσο, κατόπιν άσκησης έφεσης από την εναγόμενη τράπεζα, εκδόθηκε η υπ’ αριθμ. 185/2015 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Ιωαννίνων, η οποία έκανε δεκτή την έφεση και απέρριψε την αγωγή ως ουσιαστικά αβάσιμη, ενώ η αίτηση αναίρεσης που άσκησαν οι ενάγοντες κατά της δευτεροβάθμιας απόφασης απορρίφθηκε με την υπ’ αριθμ. 1312/2018 απόφαση του Αρείου Πάγου. Συνεπώς, από την ανωτέρω αμετάκλητη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Ιωαννίνων απορρέει δεδικασμένο, που δεσμεύει το παρόν Δικαστήριο, ως προς την άγνοια των προστηθέντων υπαλλήλων της « ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε.» για την πλαστογράφηση των εν θέματι εγγράφων. Ακολούθως, παρά την έκδοση της υπ’ αριθμ. 44/2012 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πρέβεζας, οι ενάγοντες περί τα τέλη Ιουλίου 2019 έλαβαν την από 25.07.2019 επιστολή της εναγομένης, η οποία τους ενημέρωνε ότι στόχος της τράπεζας είναι η διευκόλυνση των οφειλετών στη ρύθμιση των δανείων τους, τους προέτρεπε να συμβουλευτούν τους εξειδικευμένους συμβούλους της προκειμένου να βοηθηθούν στην επιλογή της καλύτερης δυνατής λύσης γι’ αυτούς και να ρυθμίσουν βιώσιμα και μακροπρόθεσμα την οφειλή τους, αποφεύγοντας «ανεπιθύμητες νομικές ενέργειες για την αναγκαστική είσπραξη της οφειλής», και, τέλος, τους επιδείκνυε το υποκατάστημα Πρεβέζης ως το αρμόδιο για την εξυπηρέτησή τους με σκοπό τη ρύθμιση της οφειλής τους. Δηλαδή, η τράπεζα εξακολουθούσε να θεωρεί τους ενάγοντες ως οφειλέτες της και τους υποδείκνυε τρόπους τακτοποίησης των οφειλών τους. Οι ενάγοντες, αιφνιδιασθέντες από το περιεχόμενο της άνω επιστολής, καθόσον μετά την έκδοση της προαναφερόμενης απόφασης είχαν τη βεβαιότητα ότι δεν θα είχαν πλέον καμία ενόχληση από την εναγομένη, μετέβησαν στο υποκατάστημά της στην Πρέβεζα και διαμαρτυρήθηκαν έντονα, παραδίδοντας στους υπαλλήλους της αντίγραφο της δικαστικής απόφασης και εξηγώντας τους ότι δεν υφίστατο σε βάρος τους καμία απαίτηση της εναγομένης. Μετά ταύτα έλαβαν την καθησυχαστική απάντηση ότι προφανώς επρόκειτο περί σφάλματος του αρμοδίου τμήματος και δεν θα υφίσταντο νέα ενόχληση. Ωστόσο, τον Απρίλιο του έτους 2020 οι ενάγοντες έλαβαν την από 16.04.2020 επιστολή της εναγομένης, η οποία μεταξύ άλλων ανέγραφε επί λέξει τα εξής: «Η ΤΡΑΠΕΖΑ Α.Ε…. σας ενημερώνει ότι προχωρά, σύμφωνα με το άρθρο 10 του ν. 3156/2003, σε μεταβίβαση και τιτλοποίηση απαιτήσεων, από δάνεια ή/και πιστώσεις καταναλωτικής, στεγαστικής και επιχειρηματικής πίστης, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται οι απαιτήσεις της Τράπεζας έναντι σας… Συγκεκριμένα, οι Απαιτήσεις μεταβιβάζονται στην εταιρεία ειδικού σκοπού του ν. 3156/2003 με την επωνυμία (εφεξής «Εταιρία Ειδικού Σκοπού»), η οποία εδρεύει στη Δημοκρατία της Ιρλανδίας … Στο πλαίσιο της ανωτέρω τιτλοποίησης και μεταβίβασης, τα δεδομένα σας προσωπικού χαρακτήρα που τηρούνται από την Τράπεζα συνδέονται με τις ως άνω Απαιτήσεις και είναι απαραίτητα για τους σκοπούς της τιτλοποίησης, διαβιβάζονται στην Εταιρία Ειδικού Σκοπού δυνάμει του άρθρου 10 παρ. 21 του ν. 3156/2003…». Ανήσυχοι για την πορεία της υπόθεσής τους οι ενάγοντες απέστειλαν στις 22.05.2020 προς την εναγομένη την από 05.05.2020 εξώδικη απάντησή τους, με την οποία εξέφρασαν για μία ακόμη φορά την έκπληξή τους που η τράπεζα εξακολουθούσε να τους θεωρεί οφειλέτες της, επιφυλάχθηκαν να ασκήσουν τα δικαιώματά τους σε περίπτωση που λάβει χώρα μεταβίβαση των προσωπικών τους δεδομένων προς τρίτους και δήλωσαν ρητά ότι δεν συναινούν σε οποιαδήποτε τέτοια μεταβίβαση. Κατόπιν τούτων η εναγομένη με την από 29.07.2020 επιστολή της γνωστοποίησε στους ενάγοντες ότι η από 16.04.2020 προηγούμενη επιστολή της εστάλη εκ παραδρομής και τους ενημέρωσε ότι θα προέβαινε σε όλες τις απαιτούμενες ενέργειες για τη διαγραφή των προσωπικών τους δεδομένων από την εταιρεία ειδικού σκοπού <<>>, συνομολογώντας εμμέσως ότι, παρά τη ρητή αντίθεση των εναγόντων που εκφράστηκε με την από 05.05.2020 εξώδικη δήλωση, η διαβίβαση αυτών είχε ήδη πραγματοποιηθεί, γεγονός άλλωστε που συνάγεται και από την συμπερίληψη των εναγόντων, ως οφειλετών, στο παράρτημα της με αριθμό πρωτοκόλλου /30.04.2020 Σύμβασης Πώλησης και Μεταβίβασης Επιχειρηματικών Απαιτήσεων, που καταχωρίστηκε στα βιβλία του Ενεχυροφυλακείου Αθηνών, στον τόμο 11 με αύξοντα αριθμό 109, με την οποία μεταβιβάστηκαν οι απαιτήσεις της εναγομένης στην εταιρεία ειδικού σκοπού. Ωστόσο, παρά την ανωτέρω αλληλογραφία τον Νοέμβριο 2020 οι ενάγοντες έλαβαν εκ νέου τις από 13.11.2020 επιστολές της εναγομένης, σύμφωνα με τις οποίες η εταιρεία διαχείρισης απαιτήσεων από δάνεια και πιστώσεις με την επωνυμία «ΧΡΗΜΑΤΟΟΙΚΟΝΟΜΙΚΕΣ ΥΠΗΡΕΣΙΕΣ ΜΟΝΟΠΡΟΣΩΠΗ Α.Ε. ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΑΠΑΙΤΗΣΕΩΝ ΑΠΟ ΔΑΝΕΙΑ ΚΑΙ ΠΙΣΤΩΣΕΙΣ» θα αναλάμβανε από την 01.12.2020 τη διαχείριση των καθυστερούμενων ή μη εξυπηρετούμενων οφειλών προς την τράπεζα, είτε υφιστάμενες είτε μελλοντικές, ενώ στο πλαίσιο της εν λόγω διαχείρισης η τράπεζα θα διαβίβαζε περαιτέρω τα προσωπικά τους δεδομένα στη . Η τελευταία, εξάλλου, με την από 18.06.2021 επιστολή της, προέβη σε εκ νέου ενημέρωση των εναγόντων ότι από 22.06.2021 έχει αναλάβει τη διαχείριση των οφειλών τους και ότι στο πλαίσιο της διαχείρισης αυτής της έχουν μεταβιβαστεί τα προσωπικά δεδομένα των οφειλετών. Τα παραπάνω, δε, παρά τη ρητή αντίρρηση των εναγόντων για τη διαβίβαση των προσωπικών τους δεδομένων, που ούτως ή άλλως δεν είχε νόμιμη βάση, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 5 και 11 του προϊσχύσαντος ν. 2472/1997, 6 και 21 του ήδη ισχύοντος και έχοντος άμεση και γενική ισχύ στο εσωτερικό δίκαιο Κανονισμού (ΕΕ) 2016/679 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 27ης Απριλίου 2016 και 25 ν. 4624/2019, κατά τα αναλυτικώς εκτιθέμενα ανωτέρω στη θέση 6 της παρούσας. Περαιτέρω, εξ αφορμής αίτησης διανειοδότησής τους από τη Τράπεζα Ηπείρου το έτος 2022 οι ενάγοντες πληροφορήθηκαν ότι υπήρχε σχετική δυσμενής καταχώριση, με σχετική αναγγελία από την εναγόμενη τραπεζική εταιρεία με την ιδιότητα του «υπεύθυνου επεξεργασίας», προς την ανώνυμη εταιρεία υπό την επωνυμία «ΤΡΑΠΕΖΙΚΑ ΣΥΣΤΗΜΑΤΑ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΩΝ ΤΕΙΡΕΣΙΑΣ Α.Ε.», μολονότι η εναγομένη γνώριζε την έκδοση της υπ’ αριθμ. 44/2012 αμετάκλητης απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πρέβεζας και την ανυπαρξία της απαίτησής της σε βάρος των εναγόντων. Μετά την αποκάλυψη αυτή οι ενάγοντες διά του πληρεξουσίου δικηγόρου τους ζήτησαν από την εταιρεία «ΤΕΙΡΕΣΙΑΣ Α.Ε.» να τους πληροφορήσει για την τυχόν ύπαρξη δυσμενών στοιχείων εναντίον τους, γεγονός που η άνω εταιρεία επιβεβαίωσε με την από 03.04.2022 επιστολή της. Συγκεκριμένα, από τα επισυναπτόμενα σ’ αυτή έγγραφα προέκυψε ότι υπήρχαν δυσμενείς καταχωρίσεις σε βάρος των εναγόντων που αφορούσαν απαιτήσεις της εναγομένης και ειδικότερα τρία δάνεια με ημερομηνία έγκρισης την 18.08.2004, ποσού 238.300,00 ευρώ, 25.581,36 ευρώ και 101.139,09 ευρώ αντίστοιχα, εκ των οποίων το πρώτο αποτελεί αυτό για το οποίο εκδόθηκε η προαναφερόμενη απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πρέβεζας και τα λοιπά είναι άγνωστες μέχρι τότε απαιτήσεις της εναγομένης, στις οποίες οι ενάγοντες φέρονταν ως εγγυητές και των οποίων διαχειρίστρια ήταν η εταιρεία Τελικώς, μετά από αλλεπάλληλες διαμαρτυρίες των εναγόντων προς την εναγομένη, την «ΤΕΙΡΕΣΙΑΣ Α.Ε.», την Τράπεζα της Ελλάδος και τον Ελληνικό Χρηματοοικονομικό Μεσολαβητή, οι άνω δυσμενείς εγγραφές έπαυσαν να εμφανίζονται στο Αρχείο Συγκέντρωσης Χορηγήσεων της «ΤΕΙΡΕΣΙΑΣ Α.Ε.» μόλις την 21η.09.2022, δηλαδή μετά την άσκηση της κρινόμενης αγωγής (βλ. την από 27.09.2022 επιστολή της ΤΕΙΡΕΣΙΑΣ Α.Ε. προς τους ενάγοντες), ενώ από την εναγομένη δεν έλαβαν ουδεμία σχετική ενημέρωση ή δήλωση συγγνώμης. Αντιθέτως, η εναγομένη απέστειλε προς τους ενάγοντες την από 29.11.2022 επιστολή, στην οποία αναφέρει τα ακόλουθα: «Σε συνέχεια της εξώδικης διαμαρτυρίας, πρόσκλησης και δήλωσής σας, η οποία επιδόθηκε στην Τράπεζα καθώς και της αναφοράς σας μέσω του Ελληνικού Χρηματοοικονομικού Μεσολαβητή με αριθμ. Πρωτ. 138116 και Κωδ. Αναφ. 144986 και ως ήδη γνωρίζετε, οι θέσεις της Τράπεζας επί των διαλαμβανομένων στο εν λόγω έγγραφό σας, θα παρατεθούν στις προτάσεις αυτής, σε συνέχεια της από μέρους σας ασκηθείσας αγωγής». Τα ανωτέρω, δε, παρά το γεγονός ότι οι ανωτέρω δυσμενείς καταχωρήσεις πραγματοποιήθηκαν μετά από δική της αναγγελία και μάλιστα μετά την έκδοση της υπ’ αριθμ. 44/2012 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πρέβεζας. Το Δικαστήριο καταλήγει στο συμπέρασμα αυτό λαμβάνοντας υπόψη τη μη καταγγελία των επίμαχων συμβάσεων και τη μη έκδοση εκτελεστού τίτλου σε βάρος των εναγόντων σε χρόνο προγενέστερο της συγχώνευσης της « ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε.» από την εναγομένη, η οποία έλαβε χώρα το έτος 2013. Σημειωτέον ότι η ίδια η εναγομένη δεν αμφισβητεί ειδικά την εκ μέρους της αναγγελία δυσμενών στοιχείων σε βάρος των εναγόντων ούτε προσκομίζει κάποιο έγγραφο από το οποίο να προκύπτει το αντίθετο, παρόλο που φέρει το βάρος απόδειξης της έλλειψης υπαιτιότητάς της για την παράνομη επεξεργασία των προσωπικών τους δεδομένων. Υπό τα ανωτέρω πραγματικά περιστατικά προέκυψε ότι η εναγομένη, ακόμα και μετά την έκδοση της υπ’ αριθμ. 44/2012 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πρέβεζας και την αναγνώριση της ανυπαρξίας της απαίτησής της ύψους 238.000,00 ευρώ, δηλαδή παρά τη γνώση της περί της μη ύπαρξης καμίας απαίτησής της σε βάρος των εναγόντων, εξακολούθησε να εκλαμβάνει αυτούς ως διατηρούντες δανειακά προϊόντα, ήτοι ως πρωτοφειλέτες ή εγγυητές συμβάσεων δανείου ή συμβάσεων ανοικτού αλληλόχρεου λογαριασμού ή άλλης πιστωτικής σύμβασης, μολονότι αυτοί δεν υπήρξαν αντισυμβαλλόμενοί της με οποιαδήποτε ιδιότητα σε καμία πιστωτική σύμβαση, γεγονός άλλωστε που δεν αρνείται η εναγόμενη. Από πλευράς της η εκκαλούσα – εφεσίβλητη ανώνυμη εταιρεία ισχυρίζεται ότι α) εκ προφανούς παραδρομής (ήτοι αμελείας) των προστηθέντων υπαλλήλων της εναγομένης οι ενάγοντες θεωρήθηκαν ως οφειλέτες της και, ως εκ τούτου, διαβιβάστηκαν τα προσωπικά τους δεδομένα στην εταιρεία «ΤΕΙΡΕΣΙΑΣ Α.Ε.» και στην εταιρεία ειδικού σκοπού «», β) ότι η εταιρεία διαχείρισης απαιτήσεων δεν έχει την ιδιότητα του «τρίτου» αλλά του «εκτελούντος την επεξεργασία» των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, συνεπώς δεν υφίστατο υποχρέωση της εναγομένης να ενημερώσει τους ενάγοντες για τη διαβίβαση των προσωπικών τους δεδομένων προς αυτήν και γ) ότι η ένδικη αγωγή ασκείται καταχρηστικά διότι: ί) οι ενάγοντες γνωρίζουν ότι δεν υφίσταται οφειλή τους προς την εναγομένη, ιι) έλαβαν επιστολή της τράπεζας με την οποία αυτή τους ενημέρωνε ότι εκ παραδρομής τους εμφάνιζε ως οφειλέτες της, ιιι) γνωρίζουν ότι η τράπεζα έχει διαγράψει τα προσωπικά δεδομένα τους από τους οφειλέτες της <<>> και ίν) δεν κατονομάζουν ρητά την εναγομένη ως αυτή που ανήγγειλε τα δυσμενή στοιχεία τους στην «ΤΕΙΡΕΣΙΑΣ Α.Ε.». Από τους ισχυρισμούς αυτούς, ο υπό (β) είναι απορριπτέος ως αλυσιτελώς προβαλλόμενος διότι ερείδεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση, καθόσον ναι μεν σε περίπτωση μεταβίβασης προσωπικών δεδομένων σε εκτελούντα την επεξεργασία, υπαγόμενο σε κάποια από τις κατηγορίες αποδεκτών για την οποία έχει γίνει ενημέρωση του υποκειμένου, δεν υφίσταται υποχρέωση του υπευθύνου επεξεργασίας να προβεί σε νέα ενημέρωση του υποκειμένου (ΟλΑΠ 3/2020 ΝΟΜΟΣ), ωστόσο στην προκειμένη περίπτωση δεν υπήρξε συναλλακτική σχέση μεταξύ των εναγόντων και της εναγομένης, ούτε προγενέστερη νόμιμη συλλογή των προσωπικών τους δεδομένων με ενημέρωση για τις κατηγορίες αποδεκτών στα οποία ενδέχεται αυτά να μεταβιβαστούν. Κατά συνέπεια δεν ασκεί έννομη επιρροή η ιδιότητα της «» ως εκτελούσας την επεξεργασία ή ως τρίτης. Εξάλλου, ο τρίτος από τους ανωτέρω ισχυρισμούς είναι μη νόμιμος, διότι τα αναφερόμενα πραγματικά περιστατικά, και αληθή υποτιθέμενα, δεν μπορούν να στοιχειοθετήσουν την εκ του άρθρου 281 ΑΚ ένσταση. Κατά τα λοιπά, η εναγόμενη ανώνυμη τραπεζική εταιρεία [η καθολική διάδοχος της οποίας (εκκαλούσα), σημειωτέον, με τον πρώτο από τους ανωτέρω ισχυρισμούς συνομολογεί την αμελή συμπεριφορά των προστηθέντων υπαλλήλων της): α) παραβίασε το απορρέον από τη θεμελιώδη δικαιική αρχή της συνεπούς συμπεριφοράς καθήκον λήψης συγκεκριμένων μέτρων επιμελείας προς αποφυγή πρόκλησης ζημίας σε έννομα αγαθά τρίτων προσώπων, καθ’ όσον, ως χρηματοδοτικός οργανισμός, ο οποίος ασκεί αποφασιστική επίδραση στην ανάπτυξη των χρηματοδοτούμενων από αυτές επιχειρήσεων και προσώπων, φυσικών και νομικών, έχει αυξημένη ευθύνη κατά την άσκηση του χρηματοδοτικού της έργου και οφείλει να μεριμνά για τα συμφέροντα όχι μόνο των πράγματι χρηματοδοτουμένων από αυτήν, αλλά και των φερομένων ως τελούντων σε συναλλακτική σχέση με αυτήν, διότι εκ της φύσης της η πιστωτική σχέση, ως διαρκής έννομη σχέση ιδιαίτερης εμπιστοσύνης μεταξύ των συμβαλλόμενων μερών, επιβάλλει την υποχρέωση πίστης και προστασίας από πλευράς των τραπεζών των συμφερόντων των πελατών τους, αλλά και των φερομένων ως συναλλασσομένων με αυτές τρίτων, ώστε να αποφεύγονται υπερμέτρως επαχθείς γι’ αυτούς συνέπειες, εντεύθεν δε η άσκηση των δικαιωμάτων τους πρέπει να κυριαρχείται από της αρχές της καλόπιστης και της σύμφωνης προς τα χρηστά συναλλακτικά ήθη εκπλήρωσης των οφειλομένων παροχών (άρθρα 178, 200 και 288 ΑΚ), ώστε να αποφεύγεται, αντιστοίχως, κάθε κατάχρηση στη συμπεριφορά της, στην προκειμένη δε περίπτωση οι προστηθέντες υπάλληλοι αυτής, κατά παράβαση των ως άνω καθηκόντων προνοίας και προστασίας, των υπηρεσιακών καθηκόντων τους αλλά και της διάταξης του άρθρου 8 ν. 2251/1994, μολονότι είχε εκδοθεί από το έτος 2012 η μνημονευόμενη υπ’ αριθμ. 42/2012 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πρέβεζας, δεν ερεύνησαν ενδελεχώς, ως όφειλαν, προτού προβούν σε οποιαδήποτε διαδικασία όχλησης προς είσπραξη απαίτησης, εάν οι ενάγοντες πράγματι ήταν οφειλέτες της υπό οποιαδήποτε ιδιότητα, ούτε φρόντισαν να διαγράψουν την οφειλή τους από τα ηλεκτρονικά τους συστήματα, περαιτέρω δε, όταν αυτοί διαμαρτυρήθηκαν για το γεγονός αυτό, τους διαβεβαίωσε ότι θα προχωρούσε στην απεμπλοκή τους από τις ανωτέρω αναφερόμενες στο σκεπτικό οφειλές, ωστόσο δεν το έπραξε παρά τις επανειλημμένες προς τούτο οχλήσεις. Επιπροσθέτως, μάλιστα, εξακολουθώντας να τους θεωρεί οφειλέτες της, παρέλειψε, μέσω των αρμοδίων οργάνων και προστηθέντων της, να καταστήσει ανενεργές τις εγγεγραμμένες στα υπολογιστικά της συστήματα φερόμενες οφειλές των εναγόντων, με αποτέλεσμα όχι μόνο να τους οχλεί για την τακτοποίηση των δήθεν υποχρεώσεών τους, αλλά να συμπεριλάβει τις υποτιθέμενες οφειλές τους στις μεταβιβασθείσες, με τη διαδικασία της τιτλοποίησης απαιτήσεων, προς την εταιρεία ειδικού σκοπού «», διαχειρίστρια των απαιτήσεων της οποίας κατέστη η «», οι οποίες εξακολουθούσαν να οχλούν τους ενάγοντες για την εκπλήρωση των δήθεν υποχρεώσεών τους μέχρι τουλάχιστον το έτος 2021, δηλαδή εννέα (9) έτη μετά την έκδοση της απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πρέβεζας και τη γνώση της εναγομένης για την ανυπαρξία των απαιτήσεών της, β) προέβη σε παράνομη επεξεργασία των απλών δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα των εναγόντων, δηλαδή στη μεταβίβαση προς τις αμέσως ανωτέρω εταιρείες («» και «») των ήδη υπαρχόντων στην κατοχή της από άλλη αιτία (ήτοι από τον Δ.Β., ο οποίος προέβη στην πλαστογράφηση των υπογραφών τους και παρέστησε ότι ήταν πληρεξούσιός της, εν αγνοία της τράπεζας) στοιχείων ταυτότητας (ονοματεπωνύμου, πατρωνύμου, διεύθυνσης κατοικίας, αριθμού τηλεφώνου και επαγγέλματος) των εναγομένων ως οφειλετών από (πράγματι ανύπαρκτη) συμβάσεις δανείου ή παροχής πιστώσεως, μολονότι κατά τον χρόνο της μεταβίβασης ήταν σε γνώση της ότι δεν υφίσταντο οφειλές των εναγόντων προς αυτήν, γ) αν και γνώριζε ήδη από το έτος 2012 ότι δεν υφίστατο οφειλή των εναγόντων προς αυτήν, εντούτοις προέβη, μέσω των αρμοδίων οργάνων και προστηθέντων της, στην αναγγελία δυσμενών στοιχείων σε βάρος τους προς την «ΤΕΙΡΕΣΙΑΣ Α.Ε.», η οποία τηρεί αρχείο δεδομένων οικονομικής συμπεριφοράς, με σκοπό την προστασία της εμπορικής πίστης και την εξυγίανση των οικονομικών συναλλαγών, μέσω της παροχής δυνατότητας στους αποδέκτες των δεδομένων (πχ. Τράπεζα της Ελλάδος, Πιστωτικά Ιδρύματα) να αξιολογήσουν την φερεγγυότητα των αντισυμβαλλομένων τους, και καθυστέρησε αδικαιολόγητα να συμπράξει για τη διαγραφή των δεδομένων αυτών, η οποία έλαβε χώρα κατόπιν πρωτοβουλίας των εναγόντων μόλις την 21.09.2022, ήτοι μετά από δέκα έτη από τον χρόνο έκδοσης της αμετάκλητης απόφασης που τους δικαίωνε, με συνέπεια να παραμένουν χωρίς νόμιμη αιτία και με υπαιτιότητα της τράπεζας εκτεθειμένοι σε αυτή τη βάση δεδομένων, γεγονός, που επιτείνει την ευθύνη της εναγομένης, καθόσον όφειλε και διέθετε τα μέσα και τη δυνατότητα, μετά τη διενέργεια του εσωτερικού ελέγχου, να προκαλέσει αμέσως τη διαγραφή των παραπάνω δυσμενών στοιχείων. Σημειωτέον ότι η εναγομένη, εφόσον γνώριζε, διά των νομίμων εκπροσώπων της, για την ανυπαρξία οφειλών των εναγόντων και την πλαστογράφηση των υπογραφών τους στις παραπάνω συμβάσεις ως καθολική διάδοχος της « ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε.», είχε ιδιαίτερη νομική υποχρέωση να αποτρέψει, διά των αρμοδίων οργάνων και προστηθέντων της, την προσβολή της προσωπικότητας των εναγόντων, πηγάζουσα από την αρχή της καλής πίστης, όπως διαμορφώνεται κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη, η οποία αρχή επιβάλλει, σε περίπτωση που κάποιος δημιούργησε επικίνδυνη κατάσταση, εκ της οποίας μπορούσε να προέλθει ζημία, να προβεί στην ενδεδειγμένη θετική ενέργεια προς αποτροπή της, το δε παράνομο της άνω συμπεριφοράς της συνίσταται στην παραβίαση της γενικής υποχρέωσης πρόνοιας και ασφάλειας στο πλαίσιο της συναλλακτικής και γενικά κοινωνικής δραστηριότητάς της, δηλαδή στην παράβαση της υποχρέωσης λήψης ορισμένων μέτρων επιμέλειας για την αποφυγή πρόκλησης ζημίας σε έννομα αγαθά τρίτων προσώπων.
Από την παραπάνω περιγραφόμενη αδικοπρακτική συμπεριφορά της εναγομένης, η οποία είχε ως αποτέλεσμα να μεταβιβαστούν παρανόμως τα απλά δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα των εναγόντων, να καταχωρηθούν και δημοσιευθούν δυσμενή στοιχεία αναφορικά με την οικονομική κατάσταση και φερεγγυότητά τους στο άνω σύστημα τραπεζικών πληροφοριών, καθώς και την εν συνεχεία παράλειψη άρσης των δυσμενών συνεπειών της ως άνω συμπεριφοράς από τους προστηθέντες αυτής, προσεβλήθη η προσωπικότητα των εναγόντων και δη η τιμή και υπόληψή τους, λόγω της διάδοσης σε τρίτους του αναληθούς ιστορικού περί της δημιουργίας οικονομικής υποχρέωσης σε βάρος της, αποδόθηκε δε σε αυτούς η μομφή των «οφειλετών» και των προσώπων που αθετούν τις συμβατικές τους υποχρεώσεις και υπέστησαν μεγάλη αναστάτωση, ανησυχία, σοβαρή ψυχολογική πίεση και άγχος, που επιτάθηκαν έτι περαιτέρω από τις οχλήσεις προς αυτούς εκ μέρους της εναγομένης, της εταιρείας ειδικού σκοπού «» και της εταιρείας διαχείρισης απαιτήσεων «» μέχρι και το έτος 2021, ενώ κορυφώθηκε με την εγγραφή των εναγόντων στη βάση δεδομένων οικονομικής συμπεριφοράς με δυσμενή στοιχεία, που διατηρεί η εταιρεία με την επωνυμία «ΤΕΙΡΕΣΙΑΣ Α.Ε.», η οποία είχε ως αποτέλεσμα τον αποκλεισμό τους από τον τραπεζικό δανεισμό, αλλά και τη συκοφαντική τους δυσφήμηση ενώπιον οποιουδήποτε είχε πρόσβαση στις πληροφορίες αυτές, καθώς αμφισβητήθηκε η οικονομική τους αξιοπιστία και παρουσιάστηκαν ως άτομα αφερέγγυα (για το γεγονός ότι ως αστικό αδίκημα η συκοφαντική δυσφήμηση θεμελιώνεται υποκειμενικώς και σε απλή αμέλεια του δράστη, βλ. ΑΠ 474/2020, ΑΠ 292/2020, ΑΠ 1619/2014 ιστοσελίδα του ΑΠ), ενώ προς άρση της αμφισβήτησης που δημιουργήθηκε, αναγκάστηκαν να προσλάβουν δικηγόρο και να επιδοθούν σε χρονοβόρες και ψυχοφθόρες διαδικασίες επικοινωνίας με τις άνω εταιρείες. Κατά συνέπεια, οι ενάγοντες υπέστησαν ηθική βλάβη, για την αποκατάσταση της οποίας το Δικαστήριο, λαμβάνοντας κυρίως υπόψη την ως άνω αδικοπρακτική συμπεριφορά της εναγομένης, σε συνδυασμό, ιδίως, με: α) τις συνθήκες υπό τις οποίες τελέστηκε η ανωτέρω περιγραφόμενη αδικοπρακτική της συμπεριφορά, β) το βαθμό του πταίσματος (αμέλεια) αυτής και τον εξακολουθητικό χαρακτήρα της προσβολής, γ) την έλλειψη υπαιτιότητας των εναγόντων, δ) την κοινωνική και οικονομική κατάσταση των μερών (οι ενάγοντες είναι ιδιοκτήτες λεωφορείων και η εναγομένη ανώνυμη τραπεζική εταιρεία), ε) το μέγεθος της προσβολής της προσωπικότητας των εναγόντων και το γεγονός ότι η χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης αποσκοπεί στην άρση των ηθικών συνεπειών της γενόμενης προσβολής σε βάρος του αδικηθέντος και στην απάλυνση του ψυχικού του πόνου, σε καμία δε περίπτωση δεν πρέπει να καταλήγει σε εξουθένωση του ενός μέρους και αντίστοιχο υπέρμετρο πλουτισμό του άλλου, κρίνει ότι το εύλογο ποσό χρηματικής ικανοποίησης για κάθε ενάγοντα για την παράνομη διαβίβαση των απλών προσωπικών τους δεδομένων σε καθεμία από τις άνω εταιρείες (<<>> και «») ανέρχεται σε 3.500,00 ευρώ, ήτοι συνολικά 7.000,00 ευρώ για τον καθένα, και για τη συκοφαντική τους δυσφήμηση εξαιτίας της αναγγελίας ανύπαρκτης οφειλής τους στην «ΤΕΙΡΕΣΙΑΣ Α.Ε.» ανέρχεται σε 12.000,00 ευρώ για τον καθένα. Κατά συνέπεια, καθένας από τους ενάγοντες δικαιούται, ως χρηματική ικανοποίηση για την ηθική βλάβη που υπέστη από την αδικοπραξία, το συνολικό ποσό των δεκαεννέα χιλιάδων (19.000,00) ευρώ. Συνεπώς, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο επιδίκασε το ίδιο ως άνω ποσό, δεν παραβίασε την αρχή της αναλογικότητας, ούτε υπερέβη τα ακραία όρια της διακριτικής ευχέρειάς του, αφού το επιδικασθέν για κάθε πράξη ποσό δεν αφίσταται – κατά την κοινή πείρα, τη δικαστηριακή πρακτική και την περί δικαίου συνείδηση – από το επιδικαζόμενο σε παρόμοιες περιπτώσεις ποσό, όπως αβάσιμα ισχυρίζονται οι διάδικοι. Επομένως, οι υποστηρίζοντες τ’ αντίθετα λόγοι της β’ έφεσης, με τους οποίους αποδίδονται στην πληττόμενη απόφαση οι αιτιάσεις ότι, κατά παράβαση της αρχής της αναλογικότητας και καθ’ υπέρβαση των ακραίων ορίων της διακριτικής του ευχέρειας, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, κατά την εφαρμογή των διατάξεων αυτών του ουσιαστικού δικαίου, επιδίκασε στους ενάγοντες, ως εύλογη χρηματική τους ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, συνεπεία προσβολής της προσωπικότητάς τους, τα προαναφερόμενα ποσά, είναι απορριπτέοι ως κατ’ ουσίαν αβάσιμοι. Μη υπάρχοντος άλλου λόγου της β’ έφεσης, πρέπει αυτή να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη, ενώ πρέπει να καταδικαστούν οι εκκαλούντες της β’ έφεσης που χάνουν τη δίκη στη δικαστική δαπάνη της εφεσίβλητης για τον παρόντα βαθμό δικαιοδοσίας, όπως ορίζεται στο διατακτικό της παρούσας, και να διαταχθεί κατ’ άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ η εισαγωγή του καταβληθέντος από τους εκκαλούντες της έφεσης αυτής παράβολου στο Δημόσιο Ταμείο. Περαιτέρω, αφού ήδη εξαφανίστηκε η εκκαλουμένη κατά παραδοχή της α’ έφεσης, πρέπει η υπό κρίση αγωγή να γίνει εν μέρει δεκτή ως κατ’ ουσίαν βάσιμη και να αναγνωριστεί η υποχρέωση της εναγομένης να καταβάλει σε κάθε ενάγοντα το συνολικό ποσό των δεκαεννέα χιλιάδων ευρώ, με τον νόμιμο τόκο από την επομένη της επίδοσης της αγωγής και μέχρι την εξόφληση. Ακολούθως, εφόσον εξαφανίστηκε η εκκαλούμενη οριστική απόφαση κατά τα ανωτέρω, εξαφανίζεται και η διάταξη αυτής περί δικαστικών εξόδων, κατά το άρθρο 535 παρ. 1 ΚΠολΔ, μέρος δε των δικαστικών εξόδων των εναγόντων – εφεσίβλητων, και για τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας, ανάλογο της έκτασης της νίκης τους, πρέπει, κατ’ αποδοχή του σχετικού αγωγικού αιτήματος, να επιβληθεί σε βάρος της εν μέρει ηττηθείσας εναγομένης – εκκαλούσας (άρθρα 178 παρ. 1, 183, 191 παρ.2 του ΚΠολΔ), κατά τα οριζόμενα ειδικότερα στο διατακτικό. Τέλος, πρέπει να διαταχθεί η απόδοση στην εκκαλούσα της α’ έφεσης του καταβληθέντος, κατά την κατάθεση αυτής, παραβόλου Δημοσίου, όπως ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΣΥΝΕΚΔΙΚΑΖΕΙ αντιμωλία των διαδίκων α) τη με αριθμό έκθ. κατάθεσης /12.12.2023 (με αριθμ. καταχώρισης στη γραμματεία του παρόντος Δικαστηρίου /20.12.2023) έφεση και β) τη με αριθμό έκθ. κατάθεσης /12.12.2023 (με αριθμ. καταχώρησης στη γραμματεία του παρόντος Δικαστηρίου /20.12.2023) έφεση, οι οποίες βάλλουν κατά της υπ’ αριθμ. 232/2023 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πρέβεζας (τακτικής διαδικασίας).
ΔΕΧΕΤΑΙ τυπικά και ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ κατ’ ουσίαν τη με αριθμό έκθ. κατάθεσης /12.12.2023 έφεση.
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τους εκκαλούντες της έφεσης αυτής στη δικαστική δαπάνη της εφεσίβλητης, για τον παρόντα βαθμό δικαιοδοσίας, την οποία ορίζει στο ποσό των εξακοσίων (600,00) ευρώ.
ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εισαγωγή του καταβληθέντος από τους εκκαλούντες, κατά την κατάθεση της με αριθμό έκθ. κατάθεσης 48/12.12.2023 έφεσης, παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.
ΔΕΧΕΤΑΙ τυπικά και κατ’ ουσίαν τη με αριθμό έκθ. κατάθεσης /12.12.2023 έφεση.
ΕΞΑΦΑΝΙΖΕΙ την εκκαλούμενη υπ’ αριθμ. 232/2023 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πρέβεζας (τακτικής διαδικασίας).
ΚΡΑΤΕΙ την υπόθεση και ΔΙΚΑΖΕΙ επί της ουσίας την από 20.07.2022 με αριθμό έκθεσης κατάθεσης /20.07.2022 αγωγή.
ΔΕΧΕΤΑΙ εν μέρει αυτήν.
ΑΝΑΓΝΩΡΙΖΕΙ την υποχρέωση της εναγομένης να καταβάλει σε κάθε ενάγοντα το ποσό των δεκαεννέα χιλιάδων (19.000,00) ευρώ, με τον νόμιμο τόκο από την επομένη της επίδοσης της αγωγής και μέχρι την εξόφληση.
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την εναγομένη στη δικαστική δαπάνη των εναγόντων και των δύο βαθμών δικαιοδοσίας, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων (2.000,00) ευρώ.
ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την απόδοση στην εκκαλούσα της υπό στοιχείο α’ έφεσης του καταβληθέντος, κατά την κατάθεση αυτής, παράβολου Δημοσίου.
ΚΡΙΘΗΚΕ αποφασίσθηκε και δημοσιεύθηκε στα Ιωάννινα στις 30.06.2025…