Μέτρηση κατανάλωσης αιθανόλης – Τρόπος διενέργειας ελέγχου με τη μέθοδο της αιμολοψίας – Η ύπαρξη μέθης δεν συνεπάγεται κατάφαση της αιτιώδους συνάφειας μεταξύ αυτής και της πρόκλησης του ατυχήματος.
(Άρθρα 297, 330, 932 ΑΚ, 42 παρ. 1 και 4 αρ. 42 ν. 2696/1999).
Για το σύννομο της διαδικασίας, απαιτείται η λήψη δύο δειγμάτων. Αφού εξεταστεί το πρώτο (Α) δείγμα οι Αρχές υποχρεούνται να γνωστοποιήσουν εγγράφως το αποτέλεσμα ελέγχου στον ενδιαφερόμενο, προκειμένου ο τελευταίος, να ασκήσει ή μη, εντός πέντε (5) ημερών, το δικαίωμά του να ζητήσει την εξέταση του (Β) δείγματος.
Αναγκαία η διάγνωση αιτιώδους συνάφειας ανάμεσα στη μέθη και στην υπαιτιότητα.
Κρίθηκε ότι σε περίπτωση που ο οδηγός, παρά την κατανάλωση αλκοόλ, διατηρούσε τη δεξιότητά του να οδηγεί σύμφωνα με τον Κ.Ο.Κ., χωρίς να επηρεασθεί η οδηγική ενάργεια, τότε δεν συνδέεται αιτιωδώς η μέθη με την πρόκληση ατυχήματος.
Η διαπίστωση αιθυλικής αλκοόλης άνω του ορίου, δεν αφαιρεί από τον παθόντα οδηγό το δικαίωμα, να αξιώσει αποζημίωση για τη ζημία που υπέστη ένεκα ατυχήματος, εφόσον αποδείξει έλλειψη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ μέθης και υπαιτιότητας.
Υπόθεση του γραφείου μας
Αριθμός φακέλου 5427
Επιμέλεια: Αλεξάνδρα Γρ. Οικονόμου