Τροχαία •

Πολύνεκρο σιδηροδρομικό δυστύχημα στα Τέμπη και εργατικό ατύχημα: Ο καταμερισμός των ευθυνών, η ψυχική οδύνη και η επιδίκαση αποζημιώσεων

Άρθρα: 297, 298, 330, 346, 662, 914, 922, 926, 932 ΑΚ, 16 Ν. 551/1915 και 250 ΚΠολΔ

Η παρούσα απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου αφορά τη δικαστική διεκδίκηση αποζημίωσης συγγενών θύματος (ελεγκτή εισιτηρίων) στο πολύνεκρο και τραγικό σιδηροδρομικό δυστύχημα των Τεμπών. Η υπόθεση παρουσιάζει τεράστιο νομικό ενδιαφέρον, καθώς προβαίνει σε ενδελεχή νομικό και ουσιαστικό καταμερισμό των ευθυνών (τόσο των υπαλλήλων όσο και των εταιρειών), εξετάζει την έννοια του Εργατικόύ ατυχήματος, και επιλύει δικονομικά ζητήματα όπως η επιρροή της εκκρεμούς ποινικής δίκης στην αστική διαδικασία.

Το ανθρώπινο σφάλμα: Σε τι συνίσταται η ευθύνη Σταθμάρχη και Μηχανοδηγού Το δυστύχημα έλαβε χώρα όταν επιβατική αμαξοστοιχία εισήλθε αντικανονικά στο ρεύμα καθόδου, όπου συγκρούστηκε μετωπικά με διερχόμενη εμπορική αμαξοστοιχία. Το Δικαστήριο εντόπισε βαρύτατη συγκλίνουσα αμέλεια στους υπαλλήλους που χειρίζονταν την κυκλοφορία:

  • Ο Σταθμάρχης (υπάλληλος του Διαχειριστή Υποδομής): Υπέπεσε σε μια αλυσίδα μοιραίων σφαλμάτων. Πρώτον, διευθέτησε εσφαλμένα τις αλλαγές τροχιάς, βάζοντας το τρένο στην κάθοδο. Δεύτερον, δεν έλεγξε τον τοπικό πίνακα τηλεχειρισμού, ο οποίος επί 1,7 χιλιόμετρα του έδειχνε την εσφαλμένη πορεία του συρμού. Τρίτον, έδωσε ασαφή εντολή αναχώρησης χωρίς να διευκρινίσει τη γραμμή κίνησης.

  • Ο Μηχανοδηγός της επιβατικής αμαξοστοιχίας (υπάλληλος της Εταιρείας Μεταφορών): Λειτούργησε κατά παράβαση θεμελιωδών κανόνων του Γενικού Κανονισμού Κίνησης. Αφενός, δεν εξασφάλισε ρητή και ξεκάθαρη εντολή από τον σταθμάρχη για την πορεία του. Αφετέρου, όταν αντελήφθη οπτικά και πρακτικά ότι εισήλθε σε εσφαλμένη γραμμή, δεν ακινητοποίησε το τρένο για να ζητήσει διευκρινίσεις, ούτε έκανε την προβλεπόμενη ανακοίνωση στο ραδιοτηλέφωνο (ώστε να ακουστεί από άλλους συρμούς), στερώντας έτσι την τελευταία δυνατή δικλείδα ασφαλείας.

Η διττή ευθύνη των Εταιρειών (Εις ολόκληρον ευθύνη) Το Δικαστήριο αναγνώρισε την παράλληλη (εις ολόκληρον) και διττή ευθύνη αμφοτέρων των σιδηροδρομικών εταιρειών:

  1. Αντικειμενική Ευθύνη από Πρόστηση (άρθρο 922 ΑΚ): Οι εταιρείες ευθύνονται νομικά για τις πράξεις και παραλείψεις των υπαλλήλων τους (σταθμάρχη και μηχανοδηγού αντίστοιχα), τους οποίους είχαν προστήσει στην εκτέλεση του δρομολογίου.

  2. Αυτοτελής Ευθύνη για Παράλειψη Λήψης Μέτρων Ασφαλείας: Πέραν του ανθρώπινου λάθους, οι εταιρείες κρίθηκαν ένοχες για σοβαρότατες, δικές τους, οργανωτικές παραλείψεις:

    • Η Εταιρεία Διαχείρισης Υποδομής: Παρέλειψε να εγκαταστήσει και να λειτουργήσει τα αναγκαία τεχνολογικά συστήματα (φωτοσήμανση, τηλεδιοίκηση και ευρωπαϊκό σύστημα ETCS), η ύπαρξη των οποίων θα ακινητοποιούσε αυτόματα τα τρένα και θα απέτρεπε με βεβαιότητα τη σύγκρουση. Επιπλέον, στελέχωσε έναν τόσο κρίσιμο σταθμό με έναν εντελώς άπειρο σταθμάρχη, αφήνοντάς τον μόνο του σε ώρα κυκλοφοριακής αιχμής.

    • Η Εταιρεία Μεταφορών (Εργοδότης θανόντος): Παραβίασε τη γενική υποχρέωση πρόνοιας έναντι των εργαζομένων της (άρθρο 662 ΑΚ). Παρότι γνώριζε τις τεράστιες ελλείψεις ασφαλείας του δικτύου και την επικινδυνότητα της κατάστασης, επέτρεπε τη διεξαγωγή δρομολογίων εκθέτοντας εργαζομένους και επιβάτες σε προφανή κίνδυνο, αντί να διακόψει ή να μειώσει τα δρομολόγια μέχρι την αποκατάσταση των συστημάτων. Παράλληλα, δεν φρόντισε για τη λειτουργία επαρκών συστημάτων ραδιοεπικοινωνίας (GSM-R) εντός των συρμών της.

Απόρριψη αναβολής λόγω εκκρεμούς ποινικής δίκης (250 ΚΠολΔ) Κομβικό δικονομικό σημείο αποτέλεσε η απόρριψη του αιτήματος των εναγομένων να ανασταλεί η έκδοση της απόφασης του αστικού δικαστηρίου μέχρι να ολοκληρωθεί αμετάκλητα η ποινική δίκη. Το Δικαστήριο έκρινε ότι το ήδη υφιστάμενο πλούσιο αποδεικτικό υλικό (πραγματογνωμοσύνες, πορίσματα, έγγραφα προανάκρισης) ήταν απόλυτα επαρκές για τον σχηματισμό ασφαλούς δικανικής πεποίθησης, χωρίς να απαιτείται περαιτέρω καθυστέρηση.

Ψυχική οδύνη, εργατικό ατύχημα και Τόκος επιδικίας Το Δικαστήριο αναγνώρισε τον θάνατο του ελεγκτή ως εργατικό ατύχημα, λαμβάνοντας υπόψη τις φρικτές συνθήκες του δυστυχήματος και τη διαδικασία ταυτοποίησης μέσω DNA. Σε ό,τι αφορά τον καθορισμό της αποζημίωσης, το Δικαστήριο επιδίκασε το ποσό των 200.000 ευρώ σε καθέναν από τους τέσσερις ενάγοντες (τη σύζυγο και τα τρία τέκνα του θανόντος) ως εύλογη χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης.

Επιπλέον, αξιοσημείωτη είναι η κρίση του Δικαστηρίου που απέρριψε το αίτημα των εταιρειών για επιβολή του ευνοϊκότερου τόκου υπερημερίας. Κρίθηκε ότι οι εναγόμενες εταιρείες «δεν αντιδίκησαν ευλόγως», με αποτέλεσμα να επιδικαστούν οι παραπάνω απαιτήσεις με τον αυξημένο νόμιμο τόκο επιδικίας (άρθρο 346 ΑΚ) από την επίδοση της αγωγής. Τέλος, οι εναγόμενες καταδικάστηκαν στην καταβολή μέρους της δικαστικής δαπάνης των εναγόντων, ύψους 12.000 ευρώ.